Showing posts with label ΠΠ. Show all posts
Showing posts with label ΠΠ. Show all posts

21.4.13

Οι κεντρικές τράπεζες χειραγωγούν


Είναι πλέον εντελώς εμφανές ότι, έχουμε εισέλθει σε μία νέα εποχή, κεντρικό ίσως γνώρισμα της οποίας είναι οι έντονες προσπάθειες «κατάλυσης» της ελεύθερης αγοράς. Τη θέση της, ως έναν «αυτόματο μηχανισμό καθορισμού των τιμών» (με την ευρύτερη έννοια), φαίνεται πως επιδιώκουν να «καταλάβουν» επιθετικά οι κεντρικές τράπεζες – με κύριους «εκφραστές» τους στη Δύση τη Fed, καθώς επίσης την BIS.

Πίσω από τις κεντρικές τράπεζες της Δύσης ευρίσκονται οι πραγματικοί κυρίαρχοι του παιχνιδιού: οι υπερεθνικές, υπερμεγέθεις εμπορικές τράπεζες-μέτοχοι τους, ως επί το πλείστον αμερικανικές (J.P. Morgan, Goldman Sachs κλπ.). Στα πλαίσια αυτά, δεν θα ήταν λάθος να αναφερόμαστε στην εποχή της δικτατορίας των κεντρικών τραπεζών – εννοώντας βέβαια τόσο τις ίδιες, όσο και τα «χρηματοπιστωτικά θηρία», στα οποία ουσιαστικά ανήκουν

Όσον αφορά τον υπόλοιπο πλανήτη και ειδικά την Κίνα ή τη Ρωσία, πίσω από τις εκεί κεντρικές τράπεζες ευρίσκεται το δημόσιο – έχοντας «υιοθετήσει» τον κρατικό καπιταλισμό. Εδώ αναφερόμαστε πλέον σε μία εντελώς διαφορετική μορφή δικτατορίας – η οποία όμως δεν παύει να είναι δικτατορία”.

Ανάλυση

Έχοντας την πρόθεση να ασχοληθούμε με την Ελλάδα, με τη σημερινή «καθαρή θέση της», με τα προβλήματα, με τις λύσεις, καθώς επίσης με τις προοπτικές της, θεωρούμε σκόπιμο να αναφερθούμε εισαγωγικά στο «μακροοικονομικό περιβάλλον» – αφού δεν είναι ούτε μόνη της στον πλανήτη, ούτε τόσο αυτάρκης ή πανίσχυρη, οπότε ο δρόμος που θα επιλέξει οφείλει να είναι «συμβατός» με το «παγκόσμιο γίγνεσθαι».

Χωρίς να αναλωθούμε σε περιττές λεπτομέρειες, αφού έχουμε ήδη αναφερθεί σε ορισμένες καθοριστικές διεργασίες, στις τέσσερις προηγούμενες αναλύσεις μας («Ο υπόγειος παγκόσμιος πόλεμος», «Το όπλο της ενέργειας», «Το αμερικανικό πείραμα» και τα «Σενάρια παγκόσμιας σύρραξης»), θα επικεντρωθούμε σε ένα κρίσιμο, επίκαιρο θέμα: στις διεθνείς τιμές των εμπορευμάτων, πριν από όλα δε στο χρυσό - από την πρόσφατη εξέλιξη των τιμών του οποίου τεκμηριώνεται, με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, η παντοδυναμία (δικτατορία) των κεντρικών τραπεζών.

Ειδικότερα, η «κατάρρευση» της τιμής του χρυσού κατά σχεδόν 10% εντός δύο μόνο ημερών, παρά την εξαιρετικά αυξημένη ζήτηση του, σε φυσική μορφή, στις περισσότερες αγορές (η σχέση μεταξύ αγοραστών και πωλητών τοποθετείται σήμερα στο 30:1, ενώ παρατηρούνται μεγάλες ελλείψεις σε ράβδους ή σε φημισμένα χρυσά νομίσματα), απέδειξε ότι, η ελεύθερη αγορά έπαψε πλέον να λειτουργεί – αφού η αυξημένη ζήτηση θα οδηγούσε σε μεγαλύτερες τιμές και όχι στην απότομη πτώση τους.   

Στη θέση της ελεύθερης αγοράς εισήλθαν λοιπόν οι κεντρικές τράπεζες οι οποίες, παράλληλα με τη χειραγώγηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, κυρίως με τη βοήθεια των επιθέσεων εναντίον αδύναμων χωρών (άρθρο μας), χειραγώγησαν προφανώς και την τιμή του χρυσού - κάτι όχι και τόσο δύσκολο, αφού μόλις το 5% διαπραγματεύεται στη φυσική του μορφή (το 95% αφορά «χαρτιά», τα οποία κινούνται στα χρηματιστήρια, στις αγορές παραγώγων κλπ.).   

Μεταξύ άλλων, η απίστευτη αυτή χειραγώγηση διευκολύνθηκε από τη σκόπιμη «διασπορά» ειδήσεων επηρεασμού της κοινής γνώμης - σύμφωνα με τις οποίες η Κύπρος θα πουλήσει τα αποθέματα χρυσού που κατέχει, οι υπόλοιπες ελλειμματικές οικονομίες της Ευρωζώνης θα την μιμηθούν, με στόχο τη μείωση των δημοσίων χρεών τους (κυρίως η Ιταλία, η οποία έχει στην ιδιοκτησία της περί τους 2.500 τόνους), είχε δημιουργηθεί μία τεράστια «φούσκα» κλπ.

Εν τούτοις, το αναμφισβήτητο γεγονός ότι, το κόστος εξόρυξης του χρυσού σήμερα ευρίσκεται στα 1.300 $ την ουγγιά, ενώ όλο και περισσότεροι άνθρωποι παύουν εύλογα να εμπιστεύονται τα «χάρτινα χρήματα χωρίς κανένα αντίκρισμα», «μετατρέποντας» μεγάλο μέρος των καταθέσεων ή των επενδύσεων τους σε χρυσό, δεν αιτιολογεί με κανέναν τρόπο την πτώση της τιμής του πολύτιμου μετάλλου – πόσο μάλλον την ξαφνική κατάρρευση της.

Η απλούστερη εξήγηση λοιπόν είναι το ότι, οι κεντρικές τράπεζες επιδίωξαν, σε στενή συνεργασία μεταξύ τους, να επιτύχουν τον παρακάτω «διπλό στόχο»:

(α) Να θέσουν εμπόδια στους αποταμιευτές-επενδυτές, έτσι ώστε να μην αποσύρουν τα χρήματα τους από τις τράπεζες - με απώτερο σκοπό είτε την «κατάσχεση» μέρους τους, κατά το «δεδικασμένο» της Κύπρου, είτε την αποφυγή τυχόν τραπεζικών επιθέσεων (bank run).

Πολύ περισσότερο επειδή η τραπεζική βόμβα μεγατόνων, η οποία «ελλοχεύει» στα θεμέλια του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ευρώπης (ανάλυση μας), θα μπορούσε κάθε στιγμή να εκραγεί – ειδικά εάν αποσύρονταν έστω και ελάχιστες ποσότητες χρημάτων, από τα «θησαυροφυλάκια» των τραπεζών.  

(β)  Να οδηγήσουν, σε συνδυασμό με τις προβλέψεις για παγκόσμια ύφεση, στην πτώση των τιμών όλων των εμπορευμάτων (λοιπά μέταλλα, πετρέλαιο, φυσικό αέριο κλπ.), έτσι ώστε να επιφέρουν ένα μεγάλο πλήγμα στις χώρες παραγωγής και εξαγωγής τους - μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η Ρωσία, η Βραζιλία, η Ν. Αφρική (τρεις εκ των BRICS), καθώς επίσης η Αυστραλία και ο Καναδάς, τα νομίσματα των οποίων είχαν αρχίσει να ανατιμώνται ραγδαία.

Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, το πείραμα μάλλον πέτυχε – αφού οι τιμές όλων σχεδόν των εμπορευμάτων μειώνονται, η Ρωσία, όπως και η Βραζιλία ή ο Καναδάς, έχουν εισέλθει σε ύφεση, η ανάπτυξη της Κίνας επιβραδύνθηκε κοκ.

Φυσικά δεν πρέπει να βιαζόμαστε με τα συμπεράσματα μας, αφού η χειραγώγηση ολόκληρου του πλανήτη δεν είναι ένα τόσο εύκολο εγχείρημα, όσο ίσως θεωρούν οι κεντρικές τράπεζες της Δύσης – γεγονός που «μέλει» να φανεί στους επόμενους μήνες. 


Βασίλης Βιλιάρδος 
http://www.casss.gr/PressCenter/Articles/2869.aspx

 

19.3.13

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Η Κύπρος αποτελεί το νέο θύμα του ευρωπαϊκού ολοκαυτώματος – ενώ η 16η Μαρτίου του 2013, όπου αποφασίστηκε η άμεση δήμευση περιουσιακών στοιχείων των Πολιτών, θα μείνει στην Ιστορία ως η ημερομηνία της αρχής του τέλους της Ευρωζώνης και του ευρώ...
Ένα βαρύ, σκοτεινό «πέπλο» φαίνεται να καλύπτει σταδιακά τον ουρανό της Ευρώπης – με αποτέλεσμα πολλοί να αναφέρονται δυστυχώς στην «αναβίωση του «ναζιστικού φαντάσματος» και της «χιτλερικής Γερμανίας».
Η μία χώρα μετά την άλλη, αφού οδηγείται στη χρεοκοπία, «διασώζεται» από τους δανειστές της – λεηλατείται δηλαδή ο δημόσιος και ο ιδιωτικός πλούτος της, εξαθλιώνεται, εξευτελίζεται και μετατρέπεται σε άβουλη αποικία.
Στα πλαίσια αυτά, «μαυροντυμένοι άνδρες» αναλαμβάνουν απολυταρχικά, αμέσως μετά την υπογραφή της κάθε συμφωνίας «διάσωσης», τη σκιώδη εξουσία - ερήμην των πολιτών και των εκλεγμένων, δειλών ή ενδοτικών, κυβερνήσεων τους, οι οποίες παραδίδουν αμαχητί τα ηνία στους εισβολείς.  
Έντονες φράσεις, όπως «χρηματοπιστωτικός ναζισμός» ή «ολοκαύτωμα (holocaust) της ιδιοκτησίας», ακούγονται δυστυχώς από παντού – με τα κινήματα εναντίον του ευρώ να γίνονται συνεχώς ισχυρότερα.
Παράλληλα, αναμένονται τραπεζικές επιδρομές (bank run) σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό νότο - γεγονός που οφείλει να αποφευχθεί, αφού θα οδηγούσε στη χρεοκοπία των τραπεζών, καθώς επίσης στην κατάρρευση του ήδη «ευάλωτου» χρηματοπιστωτικού συστήματος (αν και ίσως αντιμετωπισθεί βραχυπρόθεσμα, αφού η ΕΚΤ θα έχει μάλλον προετοιμάσει μεγάλους «κρουνούς» παροχής έκτακτης ρευστότητας).        
Ποιος θα μπορούσε όμως να εγγυηθεί πλέον στους πολίτες την ασφάλεια των καταθέσεων και των υπόλοιπων περιουσιακών τους στοιχείων, όταν «δημεύονται» ερήμην τους από έναν «νεοσύστατο εθνικοσοσιαλισμό», έναν «εθνικοκαπιταλισμό» καλύτερα, με τέτοιον αυθαίρετο τρόπο;    
Στην περίπτωση της Κύπρου, δεν δημεύονται μόνο οι καταθέσεις των Κυπρίων στις τράπεζες – αλλά επίσης των Ελλήνων, των Βρετανών και των Ρώσων, με τους τελευταίους να κατέχουν σχεδόν το 50%. Οι καταθέσεις συνολικά είναι της τάξης των 68,4 δις € (Πίνακας Ι), εκ των οποίων τα 30 δις € είναι ασφαλισμένα, ενώ τα 38,4 δις € δεν είναι - σύμφωνα με διεθνή ΜΜΕ.

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Τραπεζικές καταθέσεις στην Κύπρο σε δις € - σύνολο 68,4 δις €, σχεδόν τέσσερις φορές το ΑΕΠ της δηλαδή(συγκριτικά στην Ελλάδα θα ήταν πάνω από 800 δις!), στα τέλη Ιανουαρίου 2013
Τράπεζα Ποσόν Ποσοστό επί συνόλου
Τράπεζα Κύπρου (BOC) 18,2 26,7%
Λαϊκή (CPB) 8,8 12,2%
Ελληνική (Hellenic) 6,9 10,1%
Ελληνικές τράπεζες 7,6 11,1%
Λοιπές 26,9 39,9%
Σύνολα 68,4 100%
Σημείωση: Με επιφύλαξη, επειδή πηγή είναι το διαδίκτυο. Ας σημειωθεί ότι, μία ενδεχόμενη μαζική φυγή των καταθέσεων, θα σήμαινε το τέλος της Κύπρου – ενώ οι Κύπριοι στις εκλογές επέλεξαν μόνοι τους το δήμιο τους. 

Μεταφορικά λοιπόν, έχει κηρυχθεί έμμεσα από τη Γερμανία ο οικονομικός πόλεμος: αφενός μεν εναντίον της Μ. Βρετανίας, αφετέρου δε της Ρωσίας – η οποία δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι θα «σιωπήσει», ενώ ορισμένα από τα ισχυρότατα μέσα που έχει στη διάθεση της, με τα οποία θα μπορούσε εύκολα να «αντεπιτεθεί», περιγράφονται στη ανάλυση μας «Σενάρια παγκόσμιας σύρραξης».  
Ολοκληρώνοντας, η απάντηση στο ερώτημα «Τι θα συμβεί με τις καταθέσεις στην Ελλάδα, εάν μετά τις εκλογές στη Γερμανία, αποφασισθεί μία δεύτερη διαγραφή (κούρεμα) του χρέους της;», είναι μάλλον εύκολη και αυτονόητη: «Μέχρι εκείνη τη στιγμή, εάν τελικά επιβληθεί η δήμευση στην Κύπρο, καθώς επίσης εάν τεθεί το ίδιο ερώτημα από πολλούς, μάλλον δεν θα υπάρχουν ούτε καταθέσεις, ούτε ιδιωτικές τράπεζες στην πατρίδα μας».   
ΟΙ ΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ
Η Κύπρος αποτελεί το τέταρτο θύμα του ευρωπαϊκού ολοκαυτώματος – ενώ η 16η Μαρτίου του 2013, κατά την οποία αποφασίσθηκε η δήμευση περιουσιακών στοιχείων των Πολιτών, με το πάγωμα ενός σημαντικού μέρους των τραπεζικών τους καταθέσεων (σαν αποτέλεσμα ενός κατεπείγοντος νόμου που θα ψηφιστεί από τη Βουλή - εάν), θα μείνει στην Ιστορία ως η ημερομηνία του ξεκινήματος της τέταρτης φάσης του οικονομικού πολέμου. Ειδικότερα τα εξής:
(α)  Φάση πρώτη: Κατά την άποψη του συνόλου των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, της Γερμανίας καλύτερα (2010), οι φορολογούμενοι θα έπρεπε να αναλάβουν τα αλόγιστα χρέη, τα οποία συσσώρευαν για πολλά χρόνια οι τράπεζες – θα έπρεπε δηλαδή να «κοινωνικοποιηθούν» οι ζημίες του χρηματοπιστωτικού συστήματος, παρά το ότι δεν ιδιωτικοποιήθηκαν ποτέ τα κέρδη του.
Οι πολιτικοί ηγέτες, υπηρέτες πλέον της οικονομικής εξουσίας και όχι των πολιτών που τους εξέλεξαν, αποφάσισαν να καλέσουν το ΔΝΤ, καθώς επίσης να λάβουν «μέτρα φτωχοποίησης» – γεγονός που οδήγησε τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου σε μία καταστροφική ύφεση, χώρισε τους πολίτες σε αντίπαλα στρατόπεδα,  δημιούργησε αντιπαραθέσεις μεταξύ των κρατών, ενώ διαίρεσε την ήπειρο σε δύο μέρη: στο Βορά και στο Νότο. 
(β)  Φάση δεύτερη: Ξεκίνησε ουσιαστικά με το εγκληματικό PSI (2011), το οποίο επιβλήθηκε στην Ελλάδα από τη Γερμανία και το ΔΝΤ. Οι ζημίες της Ελλάδας, ιδιαίτερα η μετατροπή του εξωτερικού δημοσίου χρέους της από «μεταφραζόμενο» κατά περίπου 90% σε δραχμές, σε 100% ευρώ με αγγλικό δίκαιο (γεγονός που την εγκλώβισε αυτόματα στην Ευρωζώνη), ήταν και είναι ανυπολόγιστες.
Σε κάθε περίπτωση, η ροή των χρημάτων αντιστράφηκε – με τη Γερμανία να είναι ο κύριος αποδέκτης τους, με μηδενικό σχεδόν κόστος. Επίσης, η χώρα που τρέφεται και μεγαλώνει από την κρίση - παραστατικά, ο «βρικόλακας» που ζει, πίνοντας το αίμα των θυμάτων του. 
(γ)  Φάση τρίτη: Η ΕΚΤ (Φθινόπωρο του 2012) ανακοινώνει ότι, θα χρηματοδοτεί εκείνα τα κράτη, τα οποία υποτάσσονται στα γερμανικά προγράμματα λιτότητας, αγοράζοντας απεριόριστες ποσότητες των ομολόγων τους – με αποτέλεσμα να καθησυχάσουν ανόητα οι επενδυτές, οι οποίοι σχεδίαζαν να κατευθύνουν το σύνολο των κεφαλαίων τους εκτός ευρώ και Ευρωζώνης, μετά το PSI (γεγονός που είχε θορυβήσει σε μεγάλο βαθμό τη Γερμανία).
(δ)  Φάση τέταρτη: Πιθανότατα η αρχή του τέλους για το ευρώ, μετά την πρωτοφανή απόφαση δήμευσης των καταθέσεων στην Κύπρο – η οποία σηματοδοτεί επί πλέον μία κατά μέτωπο επίθεση εναντίον της Μ. Βρετανίας και της Ρωσίας.

ΣΥΖΗΤΕΙΤΑΙ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΑΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
  
Η έμμεση κοινωνικοποίηση των ζημιών των τραπεζών, καθώς επίσης η κρυφή «αιμοδότηση» της Γερμανίας από τις υπόλοιπες χώρες, γίνεται πλέον άμεση – ενώ ουσιαστικά καταργείται η έννοια της ιδιοκτησίας, την οποία θα ακολουθήσει η ολοσχερής κατάργηση της δημοκρατίας, από ένα εθνικοκαπιταλιστικό καθεστώς.
Παράλληλα, «τροχοδρομείται» η υπεξαίρεση του ελληνικού και κυπριακού υπόγειου πλούτου, με απώτερο στόχο την ανεξαρτητοποίηση της Γερμανίας από τη ρωσική ενέργεια – χωρίς την οποία είναι αδύνατη η περαιτέρω αύξηση της ισχύος της.   
(ε)  Φάση πέμπτη: Πρωταγωνιστές θα είναι αυτή τη φορά η Ισπανία και η Ιταλία – όπου οι μικρομέτοχοι των τραπεζών, καθώς επίσης οι ιδιώτες ομολογιούχοι και οι καταθέτες, θα κληθούν να πληρώσουν τη Γερμανία, μέσω μίας κατά πολύ ευρύτερης δήμευσης.
Εν τούτοις, πολλοί μέτοχοι, ομολογιούχοι και καταθέτες, «εμπνεόμενοι» από το παράδειγμα της Κύπρου, ίσως σπεύσουν να «εξαργυρώσουν» τα περιουσιακά τους στοιχεία – «αναζωπυρώνοντας τη φωτιά» (την ευρωπαϊκή κρίση χρέους) και μετατρέποντας την σε μία ανεξέλεγκτη πλέον πυρκαγιά.
(στ) Φάση έκτη: Οι κοινωνικές εξεγέρσεις, οι εμφύλιοι πόλεμοι και οι διακρατικές μάχες, θα μπορούσαν να οδηγήσουν την Ευρώπη σε έναν νέο μεσαίωνα – πολύ περισσότερο, εάν «συντονισθούν» με την παγκόσμια οικονομική σύρραξη, η οποία ευρίσκεται σε εξέλιξη.
Εάν συμβεί κάτι τέτοιο, η Γερμανία θα έχει για τρίτη φορά «αιματοκυλίσει» την Ευρώπη – γεγονός που ελπίζουμε να αποφευχθεί, με την έγκαιρη αφύπνιση των Ευρωπαίων πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των Ελλήνων και των Γερμανών.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η πρόσφατη δίκη και η καταδίκη της Κύπρου (δήθεν λόγω του ότι δεν σεβάστηκε τις συστάσεις της ΕΕ, όσον αφορά το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, επιμένοντας να αποτελεί έναν «φορολογικό παράδεισο»), έμοιαζε, όπως πάρα πολύ εύστοχα διατυπώθηκε, με εκείνες τις δίκες των βιαστών, οι οποίοι κατηγορούν και καταδικάζουν τελικά το βιαζόμενο θύμα τους - ισχυριζόμενοι ότι ήταν πολύ προκλητικά ντυμένο και δεν μπόρεσαν να αντισταθούν.
Στα πλαίσια αυτά, ακόμη και οι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ιδέας, μίας ενωμένης και αλληλέγγυας δηλαδή Ευρώπης των Πολιτών της, η οποία θα μπορούσε να επιπλεύσει με ασφάλεια στην τεράστια τρικυμία της παγκοσμιοποίησης, αναζητούν πλέον την «έξοδο κινδύνου» από το κοινό νόμισμα – παρά τα απίστευτα δεινά που θα την συνόδευαν.  
Κατά την πάγια άποψη μας βέβαια (δυστυχώς για πολλούς Γερμανούς Πολίτες, οι οποίοι δεν συμμερίζονται την πολιτική της κυβέρνησης τους), η σωστή λύση θα ήταν η άμεση έξοδος της Γερμανίας από την Ευρωζώνη – το γρηγορότερο δυνατόν, παράλληλα με την «εκδίωξη» της από την ΕΚΤ, έτσι ώστε να αποκτήσει η ένωση ξανά μία λειτουργική κεντρική τράπεζα, επιλύοντας πανεύκολα όλα της τα υπόλοιπα προβλήματα.  
Αυτό φυσικά δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ, εάν συνεχίσει η σιωπή των αμνών – καθώς επίσης εάν οι πολίτες περιμένουν τον από μηχανής Θεό για να τους σώσει, κάποιον δήθεν «πολιτικό ηγέτη» δηλαδή, παρά το ότι γνωρίζουν πως η μοναδική διέξοδος τους είναι η άμεση δημοκρατία: η ενεργητική συμμετοχή τους καλύτερα στην ψήφιση των σημαντικών νόμων και στον αυστηρό έλεγχο της εκάστοτε εξουσίας.   

ΥΓ: Εάν ισχύουν οι δηλώσεις του Γερμανού υπουργού οικονομικών, τότε η συντριπτική ήττα της Κύπρου οφείλεται σε έναν «Εφιάλτη» εντός των τειχών της – όπως άλλωστε συνέβη και στην περίπτωση της Ελλάδας. Πόσο μάλλον εάν πράγματι απορρίφθηκαν προτάσεις της Ρωσίας, όπως αναφέρεται, οι οποίες θα εξασφάλιζαν την ελευθερία του νησιού – ένα εξαιρετικά πολύτιμο αγαθό που χάθηκε μέσα σε μόλις δεκαπέντε ημέρες, από την εκλογή της νέας του ηγεσίας.
Όσον αφορά δε το σύνηθες κυβερνητικό «διάγγελμα χειραγώγησης του πλήθους», δεν έχει νόημα να το κρίνει κανείς – αν και δεν παύουμε να απορούμε με την ευκολία, με την οποία ένας μηδαμινός αριθμός πολιτικών, έχει τη δυνατότητα να «χειρίζεται» έναν ολόκληρο λαό, παρά το ότι ενεργεί εντελώς αντίθετα με τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας.    
Δυστυχώς η «νέα τάξη πραγμάτων», η οποία δημιουργήθηκε από το «κυπριακό προηγούμενο», δεν αφορά μόνο το νησί – αλλά και την Ευρώπη, ενδεχομένως δε ολόκληρο τον πλανήτη. Η κατάρριψη του «ταμπού» των εγγυημένων καταθέσεων (έως 100.000 € εντός της ΕΕ), η de facto «δήμευση» της ιδιωτικής περιουσίας χωρίς καμία προειδοποίηση, καθώς επίσης η «κρίση εμπιστοσύνης» που θα προκαλέσουν οι ενέργειες αυτές, είναι πολύ πιθανόν να συμβάλλουν στην σταδιακή κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος – με οδυνηρές συνέπειες για όλους μας.  
Αν και υποθέτουμε τώρα ότι, οι αναμενόμενες τραπεζικές επιθέσεις (bank run) στο Νότο θα είναι σταδιακές, με τους καταθέτες να αποσύρουν τα χρήματα τους με μικρές, διαδοχικές αναλήψεις, «φοβούμενοι» να μην γίνουν αντιληπτές οι πραγματικές τους προθέσεις, ελπίζουμε να αποφευχθεί τελικά το μοιραίο – η άτακτη διάλυση της Ευρωζώνης, μέσα από το κλίμα μεσοπολέμου που βλέπουμε να διαμορφώνεται από τις επαίσχυντες ενέργειες των ευρωπαίων πολιτικών.

14.12.12

Βιωσιμότητα το 2020, επιβίωση το 2013


Η τελευταία είδηση όσον αφορά την ελληνική κρίση είναι πως μετά την ολοκλήρωση της επαναγοράς ομολόγων θα ξεκλειδώσουν οι δόσεις των δανείων της Τρόικας προς την Ελλάδα, οι οποίες είχαν παγώσει εδώ και μήνες εξαιτίας της διαφωνίας ΔΝΤ – Γερμανίας για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Το ΔΝΤ θεώρησε ως βιώσιμο χρέος ύψους 120% του ΑΕΠ το 2020 για να συμβιβαστεί στη συνέχεια και μετά από μία βασανιστική για την Ελλάδα καθυστέρηση, στο 124% του ΑΕΠ το 2020. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, να δοθεί δάνειο 10 δις ευρώ στην Ελλάδα ώστε να προχωρήσει σε επαναγορά ελληνικού χρέους από τους ιδιώτες επενδυτές, με στόχο τη μείωση του χρέους κατά 11 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.
Ωστόσο, η Ελλάδα αναγκάστηκε να καταβάλλει υψηλότερο τίμημα από το προβλεπόμενο με αποτέλεσμα να δανειστεί επιπλέον 1,29 δις ευρώ, δηλαδή συνολικά 11,29 δις ευρώ, προκειμένου να ολοκληρώσει τη διαδικασία επαναγοράς. Και πάλι, όμως, ο στόχος της μείωσης του χρέους κατά 11% του ΑΕΠ απέτυχε και η μείωση περιορίστηκε στο 9,5%. Αυτό σημαίνει ότι εξακολουθεί να μην έχει επιτευχθεί, έστω στα χαρτιά, ο συμβιβαστικός στόχος για χρέος στο 124% το 2020.
Προκειμένου να καλυφθεί η διαφορά του 1,4% στη μείωση του ΑΕΠ είναι πιθανό η Ελλάδα να προχωρήσει σε επαναγορά ομολόγων από τους ιδιώτες που δε συμμετείχαν στο PSI. Κάτι τέτοιο θα συνεπάγεται ένα νέο δάνειο, πιθανόν μεγαλύτερο του 1 δις ευρώ, αυξάνοντας το επιπλέον κόστος για την επαναγορά ομολόγων κατά 2,5, περίπου δις ευρώ πέραν της αρχικής πρόβλεψης, οδηγώντας σε μία απόκλιση από την πρόβλεψη κατά 25%.
Πέρα από το γεγονός ότι η Ελλάδα θα χρειαζόταν όσο τίποτε άλλο μία ένεση κεφαλαίων ύψους 2,5 δις ευρώ στην πραγματική της οικονομία αντί να τα διαθέσει για να καλύψει το αυξημένο κόστος της επαναγοράς ομολόγων (το οποίο προήλθε από λανθασμένη διαχείριση της όλης διαδικασίας: οι τιμές των ελληνικών ομολόγων βρίσκονταν κοντά στα 11 σεντ το ευρώ το καλοκαίρι αποτελώντας μία ιδανική ευκαιρία για πραγματική μείωση χρέους για να απογειωθούν στα 44 σεντ στο ευρώ το Δεκέμβριο υποβαθμίζοντας θεαματικά τα οφέλη της), ακόμη και αν ολοκληρωθεί και η δεύτερη επαναγορά ομολόγων το ελληνικό χρέος θα παραμένει πάνω από το 124% του ΑΕΠ το 2020 και θα χρειαστεί περαιτέρω μείωση των επιτοκίων των ελληνικών δανείων, κάτι που η Γερμανία αποδέχεται μόνο με την προϋπόθεση ότι θα επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 2013.
Οι στόχοι, όμως, βασίζονται στις προβλέψεις της Τρόικας για την πορεία της ελληνικής οικονομίας και μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει ούτε μία πρόβλεψη που να στέφθηκε με επιτυχία ενώ ακόμη και η τελευταία, για την επαναγορά ομολόγων, απέτυχε, παρά το γεγονός ότι αφορούσε σε ένα γεγονός στο πολύ κοντινό μέλλον (η απόφαση για την επαναγορά ομολόγων ελήφθη στις 17 Νοεμβρίου και η διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 12 Δεκεμβρίου) και σχετικά ανεξάρτητο από οικονομικοπολιτικές παραμέτρους.
Μελετώντας το βαθμό αποτυχίας των προβλέψεων της Τρόικας για την Ελλάδα εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι όσο πιο μακροπρόθεσμη είναι μία πρόβλεψη τόσο η απόκλιση από αυτό που όντως συμβαίνει μεγαλώνει. Για παράδειγμα, το Μάιο του 2010 η Τρόικα προέβλεψε ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυσσόταν κατά 1% το 2012. Τελικά το 2012 η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 6%. Το ποσοστό ανεργίας αναμενόταν να κορυφώσει στο 15% το 2012 και στη συνέχεια να αρχίσει να κινείται πτωτικά. Τελικά το 2012 ξεπέρασε το 26% και κινείται ανοδικά. Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είχε προβλεφθεί να κορυφώσει στο 150% του ΑΕΠ. Μετά από το κούρεμα, την επεναγορά ομολόγων και τις μειώσεις στα επιτόκια, το χρέος θα αγγίξει το 200%.
Όταν, λοιπόν, η Τρόικα αποτυγχάνει τόσο δραματικά σε προβλέψεις που αφορούν σε διαστήματα μηνών ή και εβδομάδων, πόσο σώφρον είναι να στηριχτεί κανείς σε προβλέψεις της που αφορούν στο 2020;
Ας υποθέσουμε, όμως, πως με κάποιο θαυματουργό τρόπο η συγκεκριμένη πρόβλεψη της Τρόικας – η οποία προϋποθέτει την αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 50(!) δις ευρώ μέχρι το 2020 - επαληθευτεί και μετά από 10 χρόνια λιτότητας και πολλαπλά κουρέματα το ελληνικό χρέος μειωθεί στο 124% του ΑΕΠ το 2020. Με ποια λογική μπορεί κανείς να θεωρήσει ότι αυτό, τότε, θα είναι βιώσιμο; Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία διεθνής έκθεση, πέραν της Τρόικας, που να προβαίνει σε αντίστοιχη εκτίμηση.
Πριν φτάσουμε, όμως, να κάνουμε λόγο για την Ελλάδα της επόμενης δεκαετίας, ας μιλήσουμε λίγο γι' αυτήν του επόμενου έτους. Αν οι προβλέψεις της Τρόικας για το 2013 πέσουν έξω σε αντίστοιχο βαθμό με αυτές για τα προηγούμενα έτη, τότε μέχρι το καλοκαίρι η Ελλάδα θα έχει κενό χρηματοδότησης μερικών δις ευρώ και πριν καν διεξαχθούν οι γερμανικές βουλευτικές εκλογές, το φθινόπωρο, θα έχει δημιουργηθεί η ανάγκη για νέο πακέτο διάσωσης. Αν και η Καγκελάριος Μέρκελ θα κάνει ό,τι περνά απ' το χέρι της προκειμένου να μεταθέσει μία ρεαλιστική αντιμετώπιση του ελληνικού προβλήματος μετά τις εκλογές στη χώρα της, δεν είναι δεδομένο ότι θα το πετύχει ούτε είναι βέβαιο ότι το ελληνικό πρόβλημα θα αντιμετωπιστεί με επιτυχία μετά τις γερμανικές εκλογές.
Το μόνο σίγουρο είναι πως αν Τρόικα θέλει μία Ελλάδα οικονομικά βιώσιμη στην επόμενη δεκαετία θα πρέπει να φροντίσει για την επιβίωση της σ' αυτήν, ξεκινώντας από το 2013, το οποίο αναμένεται να είναι δυσκολότερο για τους Έλληνες από όλα τα πέντε προηγούμενα χρόνια της ύφεσης.

http://www.xrimanews.gr/agores/42687-biwsimothta-to-2020-epibiwsh-to-2013

________________________________________

ωραία ανάλυση του Πάνου

στο 2013, η Ελλάς θα έχει να αντιμετωπίσει την ύφεση [σε ρεκόρ σωρευτικά], την δυσαρέσκεια των πολιτών (και τον χαμό κάμποσων συμπολιτών), την ανάγκη εύρεσης 180 κυβερνητικών βουλευτών και βέβαια (νέα) χρήματα για τα δημόσια οικονομικά

το μόνο που θα έχει σίγουρα είναι την προσοχή όχι μόνο της τρόικας αλλά και και του επιτελείου του κάθε υπουργού οικονομικών του εurogroup

22.11.12

Η διελκυστίνδα ευρώ-δολαρίου

Η διελκυστίνδα ευρώ-δολαρίου συνεχίζεται - με τη χθεσινή συνάντηση των Βρυξελλών να μην οδηγείται σε αποφάσεις, παρά την κρίσιμη οικονομική θέση της Ελλάδας και τις υποσχέσεις του πρωθυπουργού,για την άμεση εκταμίευση της δόσης των 31,5 δις €.
Η Γερμανία, βλέποντας τις εξαγωγές της να απειλούνται, επιθυμεί προφανώς τη διατήρηση της σταθερά χαμηλής ισοτιμίας του ευρώ (κάτω από το 1,30), απέναντι στη ζώνη του δολαρίου – γεγονός που επεξηγεί αφενός μεν την καθυστέρηση των αποφάσεων για την Ελλάδα, αφετέρου την επίθεση της εναντίον της Γαλλίας (πάντοτε σε συνδυασμό με τις ηγεμονικές βλέψεις της). 
Από την άλλη πλευρά οι Η.Π.Α., στα πλαίσια των προσπαθειών εξισορρόπησης των δυνάμεων που ασκούνται στη διελκυστίνδα (οι οποίες λειτούργησαν εναντίον του δολαρίου, μετά την ανακοίνωση του QE4), «επιτρέπουν» στο Economist να πάρει τη σκυτάλη από τη Γερμανία, εντείνοντας τις πιέσεις στη Γαλλία.
Στη συνέχεια, η Moody’s υποβαθμίζει τη Γαλλία, αφαιρώντας της την αξιολόγηση ΑΑΑ – με εξαιρετικά δυσμενείς επιπτώσεις για τους μηχανισμούς στήριξης της οικονομίας των χωρών της Ευρωζώνης (EFSM και ESM) και επομένως για το ευρώ. 
Παράλληλα, το κοινό νόμισμα χάνει όλο και περισσότερους «οπαδούς» του – αφού ακόμη και στην Ελλάδα οι υποστηρικτές του μειώνονται ραγδαία (από 80,7% στα 62,7% μέσα σε πέντε μόλις μήνες). Τη ίδια δε στιγμή η πλειοψηφία των Βρετανών επιθυμεί την έξοδο της χώρας τους από την ΕΕ – προφανώς επειδή καταλαβαίνουν τους κινδύνους εκ μέρους της Γερμανίας, η οποία μάλλον ξεχνάει την ιστορία της.     
Αν και η Γερμανία τώρα φαίνεται να θέλει πλέον «ανοιχτά» να διώξει το ΔΝΤ από την Ευρωζώνη,έχοντας το ήδη χρησιμοποιήσει για να κάνει τη «βρώμικη δουλειά», καθώς επίσης για να αντιγράψει τις μεθόδους του, έχουμε τη άποψη ότι υποτιμάει σοβαρά τις Η.Π.Α. – κάτι που μάλλον θα το πληρώσει ακριβά.
Μέσα σε αυτό το ταραγμένο και ομιχλώδες διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα συνεχίζει να επιδιώκει μία μακροπρόθεσμη λύση στο πρόβλημα του δημοσίου χρέουςτης – κάτι που όμως δύσκολα θα επιτευχθεί, αφού οι αποφάσεις που την αφορούν λαμβάνονται με κριτήριο τις άλλες ελλειμματικές χώρες (αυτό που θα εφαρμοσθεί στην Ελλάδα θα ζητηθεί από την Ισπανία κλπ.), καθώς επίσης με γνώμονα τα επεκτατικά σχέδια της Γερμανίας.
Στα πλαίσια αυτά, υπενθυμίζουμε ότι, το δημόσιο χρέος ήταν στα 280,2 δις € στις 31 Μαρτίου 2012, ενώ στις 31 Δεκεμβρίου 2011 βρισκόταν στα 368 δις €. Η μείωση του χρέους Γενικής Κυβέρνησης το 2012 ανήλθε σε 106 δις €, από την ανταλλαγή των ομολόγων (PSI) – ενώ σήμερα το δημόσιο χρέος υπολογίζεται στα 303,5 δις €.
Στη συνέχεια, όμως, αναμένεται να αυξηθεί στα 343,2 δις €,  λόγω της ανακεφαλαιοποίησηςτων τραπεζών κατά 48,5 δις € (δεν έχει ολοκληρωθεί), της μείωσης του ενδοκυβερνητικού χρέους κατά 20,7 δις € (λόγω «κουρέματος» των ομολόγων των Ταμείων) και της κάλυψης του ταμιακού ελλείμματος, ύψους 14,95 δις €.
Έτσι, σε απόλυτους αριθμούς, το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται ότι θα μειωθεί, λόγω του PSI, μόλις κατά 15 δις € ή 7,5% του ΑΕΠ – γεγονός που τεκμηριώνει ακόμη μία φορά το ότι, με τον τρόπο αυτό απλά πυροβολήσαμε τα πόδια μας. 
Περαιτέρω η Κύπρος (οι πολιτικοί της οποίας κατηγορούν δυστυχώς συνέχεια την Ελλάδα), έχοντας τεράστιο τραπεζικό πρόβλημα (οι ισολογισμοί των τραπεζών της είναι οχταπλάσιοι του ΑΕΠ της), φαίνεται να έχει δύο μόνο επιλογές στη διάθεση της:
(α) την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών της απ’ ευθείας από το ESM, έτσι ώστε να μην επιβαρυνθεί το δημόσιο χρέος της με τη διάσωση τους,
(β) τη χρεοκοπία τους, αφού το κράτος είναι αδύνατον να αναλάβει τα χρέη τους, εγγυώμενο τις καταθέσεις των πολιτών του.
Παράλληλα όμως, υφίσταται ο κίνδυνος μαζικής φυγής κεφαλαίων από τις τράπεζες της (καταθέσεις ξένων), καθώς επίσης η κατάρρευση του μοντέλου της οικονομίας της – εάν τυχόν η Γερμανία απαιτήσει την αύξηση των φορολογικών συντελεστών κλπ. 
Συνεχίζοντας έχουμε την εντύπωση ότι η Ισπανία, η οποία καθυστερεί να τοποθετηθεί κάτω από την ομπρέλα του μηχανισμού διάσωσης, παίζει με τη φωτιά – αφού τα προβλήματα της οικονομίας της είναι κατά πολύ μεγαλύτερα, από όσο θέλει η κυβέρνηση της να πιστεύουμε. Η Πορτογαλία φυσικά κινδυνεύει αντίστοιχα – αφού η εξάρτηση της από την Ισπανία δεν είναι αμελητέα.
Η Ιταλία τώρα μάλλον ωφελείται από τις εξελίξεις – ειδικά όσον αφορά την ύφεση της Ολλανδίας (υπερχρέωση του ιδιωτικού τομέα), τα εντεινόμενα προβλήματα της Ισπανίας, καθώς επίσης την κακή οικονομική κατάσταση του Βελγίου. Ωφελείται βέβαια ιδιαίτερα από την υποτίμηση της Γαλλίας - αφού οι αγορές προσπαθούσαν να επιλέξουν το (μεθ)επόμενο θύμα τους, μεταξύ των δύο αυτών χωρών.
Ωφελημένη είναι επίσης η Ιρλανδίαη οποία, παρά τα τεράστια προβλήματα της (κρίση ακινήτων, υπερχρέωση των τραπεζών της κλπ.), αντιμετωπίζεται θετικά από τις αγορές – κυρίως επειδή ανήκει στην αγγλοσαξονική πλευρά, με πολλές αμερικανικές επιχειρήσεις να δραστηριοποιούνται στα εδάφη της. 
Ολοκληρώνοντας, αν και κανένας δεν δίνει πλέον μεγάλη σημασία στην Κίνα (όπως και στη Ρωσία), λόγω των συνεχών εξελίξεων στην Ευρωζώνη και στις Η.Π.Α., η «κίτρινη γάγγραινα» τοποθετεί τα πιόνια της στην ευρωπαϊκή σκακιέρα αργά αλλά σταθερά – με τη βοήθεια των κρατικών επενδυτικών κεφαλαίων και της τεράστιας ρευστότητας που διαθέτουν.
Άλλωστε ο μεγάλος κερδισμένος στο σημερινό πολιτικό «γίγνεσθαι» φαίνεται να είναι ο κρατικός, μονοκομματικός καπιταλισμός – «γενέτειρα» του οποίου είναι η Κίνα, ακολουθούμενη έμμεσα από τη Ρωσία (με τη Γερμανία να θέλει μάλλον να υιοθετήσει ανάλογες πολιτικές).    

12.7.12

Rothschild: Οι συμπτώσεις συνεχίζονται

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 2011 είχα ασχοληθεί με το ενδεχόμενο ύπαρξης καρτέλ που χειραγωγεί τα επιτόκια LIBOR και Euribor, σχολιάζοντας πως είναι τα σημαντικότερα διεθνώς, καθώς πάνω τους συνδέονται επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια, τα δάνεια του ΔΝΤ, τα δάνεια του ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης, τα δάνεια των τραπεζών και τελικά απ' αυτά εξαρτώνται, σε διαφορετικό βαθμό, οι οικονομίες των κρατών όλου του κόσμου.
Επηρεάζοντας κανείς τα επιτόκια αυτά παρεμβαίνει στη διαμόρφωση του κόστους του χρήματος. “Η δύναμη ελέγχου του κόστους του χρήματος δεν είναι απλά μεγάλη αλλά πυρηνική. Αν αποδειχτεί πως πράγματι ένα Καρτέλ τραπεζών την έχει τότε οι προεκτάσεις είναι γιγαντιαίες” είχα αναφέρει στο συγκεκριμένο άρθρο.
Σήμερα, οι υποψίες για απόπειρα χειραγώγησης των LIBOR και Euribor έγιναν βεβαιότητα με την επιβολή προστίμου ύψους 290 εκ λιρών στην Barclays, μίας απ' τις μεγαλύτερες διεθνείς τράπεζες με ιστορία τετρακοσίων και πλέων ετών και με τις HSBC, RBS, και Loyds να κατονομάζονται ως αναμεμειγμένες σε ένα σκάνδαλο στο οποίο εμπλέκονται 'τουλάχιστον 20 διεθνείς τράπεζες και εκατοντάδες τραπεζίτες ανάμεσα σε τρεις ηπείρους” όπως αναφέρουν διεθνή ΜΜΕ.
Το σκάνδαλο έχει προκαλέσει, ήδη, την παραίτηση του προέδρου της Barclays, Marcus Agius. Είναι ενδιαφέρον πως ο Agius είναι μέλος της γνωστής τραπεζικής δυναστείας των Rothschild, έχοντας παντρευτεί την κόρη του Edmund de Rothschild. Αξίζει, να αναφερθεί πως ένας εκ των συνιδρυτών της HSBC, της τρίτης τράπεζας που εμπλέκεται μέχρι στιγμής στο σκάνδαλο ήταν και πάλι μέλος της οικογένειας Rothschild.
Αφού θυμίσω πως ήταν η Barclays που αντικατέστησε τους Rothschild στη θέση του συμβουλίου καθορισμού της τιμής σποτ του χρυσού πριν μερικά χρόνια να θέσω το όλο θέμα όσο πιο απλά γίνεται: Η τραπεζική οικογένεια Rothschild είναι αυτή που μέσω της Barclays, επισήμως και νομίμως ορίζει την σποτ τιμή του χρυσού (σημείωση: όχι τις διεθνείς χρηματιστηριακές τιμές χρυσού) διεθνώς. Τώρα, ένα απ' τα πιο εκλεκτά μέλη της, ο πρόεδρος της Barclays και γαμπρός του Edmund de Rothschild, παραιτείται υπό το βάρος σκανδάλου για τη χειραγώγηση των τιμών των δύο πιο σημαντικών επιτοκίων διεθνώς και άρα για την προσπάθεια επηρεασμού του διεθνούς κόστους του χρήματος. Στο σκάνδαλο αυτό εμπλέκονται μέχρι στιγμής η HSBC, τράπεζα όπου συνιδρυτής ήταν μέλος της οικογένειας Rothschild και η Loyds, της οποίας η τέταρτη μεγαλύτερη μέτοχος είναι η Barclays.
Ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας κ. David Cameron σχολιάζοντας τα γεγονότα είπε πως το σκάνδαλο είναι εξαιρετικά σοβαρό και δεσμεύτηκε να το εξετάσει ενδελεχώς. Συμπτωματικά, ωστόσο, ένας απ' τους παππούδες του, ο Sir Ewen Cameron, ήταν ο πρόεδρος της HSBC στο Λονδίνο και υπεύθυνος για την παροχή και διαχείριση δανείων απ' τους Rothschild στην Ασία.

Κλείνοντας, να υπενθυμίσω πως σύμφωνα με βρετανικό δημοσίευμα ένας άλλος Rothschild είχε συναντηθεί το καλοκαίρι του 2010 με τον κ. Παπανδρέου και του είχε υποσχεθεί επενδύσεις πολλών δις δολαρίων αν η χώρα εφάρμοζε πιστά το μνημόνιο με το ΔΝΤ.

Πάνος Παναγιώτου
http://www.xrimanews.gr/agores/37524-rothschild-oi-symptwseis-synexizontai

10.7.12

Η κρίση ξεκίνησε με τη διάσωση της Γερμανίας απ' το Νότο

Στις αρχές της δεκαετίας του '00 η Γερμανία βρέθηκε αντιμέτωπη με το σπάσιμο της φούσκας τεχνολογίας και τηλεπικοινωνιών που οδήγησε στην παρ' ολίγο κατάρρευση εταιριών κολοσσών των δύο αυτών κλάδων, προκαλώντας ένα γενικότερο χρηματοοικονομικό πανικό που αντέστρεψε τη ροή των επενδυτικών κεφαλαίων και έσπρωξε τη χώρα στην ύφεση. Αντί τα κεφάλαια να βρίσκουν το δρόμο τους προς τις γερμανικές τράπεζες και τα γερμανικά περιουσιακά στοιχεία, αποδημούσαν, με τους επενδυτές να πουλούν οτιδήποτε γερμανικό και μεταξύ άλλων και τα γερμανικά τραπεζικά και κρατικά ομόλογα. Η ρευστότητα άρχισε να εξαντλείται και τα επιτόκια των γερμανικών ομολόγων πήραν την ανιούσα κάνοντας δυσκολότερη τη χρηματοδότηση της οικονομίας σε μία περίοδο που το κόστος από την απορρόφηση της ανατολικής Γερμανίας εξακολουθούσε να δημιουργεί πολύ αυξημένες ανάγκες.

Το επιτόκιο του 10ετούς ομολόγου της χώρας σκαρφάλωσε γοργά από το 3,6% στο 5,6%. Το ευρώ βρέθηκε σε ελεύθερη πτώση και έχασε περισσότερο από το 20% της αξίας του έναντι του δολαρίου προκαλώντας ερωτηματικά για την ίδια τη βιωσιμότητα του. Η Γερμανία δεχόταν επίθεση απ' τις αγορές και έβλεπε τα περιουσιακά της στοιχεία να υποτιμούνται, συμπεριλαμβανομένου και του νέου νομίσματος της. Η μόλυνση της απ' τον ιό της νομισματικής κρίσης ήταν γεγονός.

Η χρονική στιγμή που χτυπήθηκε η Γερμανία ήταν ιδιαίτερης σημασίας: ο βασικός της εμπορικός εταίρος, οι ΗΠΑ, κυλούσαν σε μία βαθιά ύφεση. Ο αναδυόμενος οικονομικός γίγαντας, η Κίνα, βρισκόταν ακόμη στα πρώιμα στάδια εισαγωγής προϊόντων του δυτικού πολιτισμού και δε μπορούσε να τραβήξει την γερμανική οικονομία έξω απ' την ύφεση. Η Ευρώπη, δεν είχε ακόμη ενιαίο νόμισμα και οι περισσότερες χώρες έβρισκαν ακριβά τα γερμανικά προϊόντα όταν τα μετέτρεπαν στο εθνικό τους νόμισμα. Ποιος, λοιπόν, θα μπορούσε να έρθει προς διάσωση της;

Προκειμένου να αντιμετωπίσει την κρίση της, η Γερμανία χρειαζόταν άμεσα στο ευρώ όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες. Παραβλέποντας την πραγματική τους ικανότητα να προσχωρήσουν στην ΕΕ, υποδέχτηκε σε αυτήν ανέτοιμα για την Ένωση κράτη, όπως την Ελλάδα, την Ισπανία και την Πορτογαλία και στη συνέχεια χρησιμοποίησε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ως αντλία που τα φούσκωνε με φθηνό ρευστό ώστε με την πλεονάζουσα ρευστότητα τους να μπορούν να αγοράζουν τα ακριβά γερμανικά προϊόντα.

Μέσα στα πλαίσια αυτής της πολιτικής η ΕΚΤ μείωσε τα επιτόκια του ευρώ από το 5% στο 2%, διατηρώντας τα σε αυτά τα επίπεδα κόντρα στις μακροοικονομικές ανάγκες της ευρωζώνης για περισσότερο από δυόμιση χρόνια, μεταξύ του 2003 και 2006. Στα τέλη του 2005, όταν τα αμερικανικά και τα βρετανικά επιτόκια ξεπερνούσαν το 4% και τα αυστραλιανά το 5% τα ευρωπαϊκά εξακολουθούσαν να κυμαίνονται στο ιστορικό χαμηλό τους, 2%.

Το φθηνό χρήμα δημιούργησε φούσκες περιουσιακών στοιχείων στα κράτη του ευρωπαϊκού Νότου που είχαν μόλις υιοθετήσει το ευρώ, προκαλώντας αυξήσεις ρεκόρ στον κλάδο κατοικίας, στην καταναλωτική πίστωση, στις χρηματιστηριακές αγορές και αλλού.

Χωρίς να έχουν, πλέον, τον έλεγχο της νομισματικής τους πολιτικής, οι κυβερνήσεις του Νότου ήταν πολύ πιο δύσκολο πολιτικά να σταματήσουν την υπερβολική ανάπτυξη της ρευστότητας για να προστατεύσουν τις οικονομίες τους και πολύ πιο εύκολο να 'πουλήσουν' στους ψηφοφόρους τους ως πραγματική, την πλασματική ανάπτυξη που δημιουργούνταν. Η ενίσχυση του πληθωρισμού που αναπόφευκτα ακολούθησε, έκανε τις χώρες του Νότου λιγότερο ανταγωνιστικές. Ρίχνοντας το βάρος τους περισσότερο στην αντιστάθμιση των κοινωνικών συνεπειών του πληθωρισμού παρά στην αντιμετώπιση του, οι κυβερνήσεις του ευρωπαϊκού Νότου προέβησαν σε αυξήσεις μισθών και συντάξεων, που σε συνδυασμό με την παράταση της πολιτικής χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ προκάλεσε περαιτέρω ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων.
Από το 2002 που η Ελλάδα μπήκε στην ευρωζώνη μέχρι το 2007 που οι φούσκες στην αγορά κατοικίας, στο χρηματιστήριο, στην πίστωση και στην κατανάλωση είχαν φτάσει στα όρια τους, η ΕΚΤ διατήρησε το μέσο επιτόκιο του ευρώ κοντά στο 2,7%, ρίχνοντας κηροζίνη σε μια φωτιά που έμελλε να κάψει την ευρωπαϊκή περιφέρεια αρχίζοντας απ' την Ελλάδα.

Το 2005 ο διευθυντής οικονομικών της επενδυτικής εταιρίας Nomura σε συζήτηση του με ανώτατο αξιωματούχο της ΕΚΤ παρατήρησε πως ήταν άδικο να εξωθούνται οι χώρες της ΕΕ εν αγνοία τους στη διάσωση της - υπεύθυνης για την κρίση της - Γερμανίας, με το να φουσκώνονται εσκεμμένα οι οικονομίες τους μέσω μίας παρατεταμένης πολιτικής νομισματικής χαλάρωσης απ' την ΕΚΤ ώστε να αγοράζουν γερμανικά προϊόντα. Ο αξιωματούχος της ΕΚΤ του έδωσε την εξής απάντηση: 'αυτή είναι η έννοια ενός ενιαίου νομίσματος: επειδή η Γερμανία δε μπορεί κατ' εξαίρεση να υιοθετήσει ένα πακέτο τόνωσης η μόνη άλλη επιλογή είναι να σηκώσει όλη την Ένωση μέσω της νομισματικής πολιτικής'.
Οι τράπεζες δανείζονταν απ' την ΕΚΤ με σχεδόν μηδενικό κόστος και στη συνέχεια κυριολεκτικά κυνηγούσαν τους πολίτες να δανειστούν χρήματα προκειμένου να αγοράσουν σπίτια, αυτοκίνητα, άλλα προϊόντα που ειδάλλως είτε δε θα μπορούσαν είτε θα το σκέφτονταν πολύ πριν δανειστούν για να τα αποκτήσουν. Η ΕΚΤ ήταν σα να είχε προμηθεύσει κάθε πολίτη της ΕΕ με μία πιστωτική κάρτα παροτρύνοντας τον να τη χρησιμοποιήσει. Αυτό έκανε τους πολίτες των κρατών του Νότου να μάθουν να ζουν πέρα απ' τις πραγματικές τους δυνατότητες όσο η Γερμανία απολάμβανε ένα μέγα πακέτο διάσωσης της οικονομίας της. Η Siemens και άλλοι γερμανικοί κολοσσοί κατέγραφαν κέρδη ρεκόρ εξαιτίας του εμπορίου τους με το Νότο και αυτά αντικατροπτίζονταν στις τιμές των μετοχών τους στα μεγαλύτερα χρηματιστήρια του κόσμου, πολλαπλασιάζοντας τον πλούτο τους.

Ενδεικτικά των αποτελεσμάτων της πολιτικής χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ στην Ελλάδα είναι τα στοιχεία για την αγορά κατοικίας και την αγορά αυτοκινήτου. Οι άδειες για την ανέγερση κατοικίας το 2006, πέντε χρόνια απ' την υιοθέτηση του ευρώ, ήταν κατά 800% περισσότερες απ' ότι το 2001, τελευταία χρονιά προ ευρώ. Οι πωλήσεις αυτοκινήτων πολλαπλασιάστηκαν. Τα 'φθηνά' ιαπωνικά, ιταλικά, γαλλικά και άλλα αυτοκίνητα που ο Νότος επέλεγε κατά κόρον στη δεκαετία του '90 ανταλλάχτηκαν με ακριβά και πολυτελή γερμανικά. Μία συγκριτική ανάλυση των πωλήσεων καινούργιων και μεταχειρισμένων αυτοκινήτων μεταξύ του 1998 - έτος καλπάζουσας ανόδου του χρηματιστηρίου Αθηνών με εκρηκτική άνοδο στις πωλήσεις αυτοκινήτων στην Ελλάδα αλλά προ της υιοθέτησης του ευρώ – και του 2007 - έτους όπου η φούσκα πίστωσης έφθανε στην κορύφωση της - είναι αποκαλυπτική:
  • το 1998 πουλήθηκαν 60% περισσότερα ιταλικά αυτοκίνητα απ' ότι το 2007
  • το 1998 οι πωλήσεις καινούργιων γερμανικών αυτοκινήτων πολυτελείας ανήλθαν στις 7 χιλ. - το 2007 ανήλθαν στις 23 χιλ, παρουσιάζοντας αύξηση μεγαλύτερη του 300%
  • το 1998 πουλήθηκαν συνολικά 30 χιλ, νέα γερμανικά αυτοκίνητα ενώ το 2007 πουλήθηκαν 80 χιλ.
  • το 1998 πουλήθηκαν 17.5 χιλ μεταχειρισμένα γερμανικά αυτοκίνητα πολυτελείας, ενώ το 2007 πουλήθηκαν 65 χιλ.
  • το 1998 πουλήθηκαν συνολικά 46 χιλ. μεταχειρισμένα γερμανικά αυτοκίνητα ενώ το 2007 144 χιλ.
  • το 1998 οι πωλήσεις μεταχειρισμένων αυτοκινήτων για τις πρώτες 20 μάρκες έφτασαν τις 197 χιλ. και το 2007 τις 500 χιλ.

Ακόμη πιο ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο το ευρώ λειτούργησε ως ένα πακέτο διάσωσης της γερμανικής οικονομίας απ' το Νότο, είναι το μέγεθος των εξαγωγών της Γερμανίας στην Ελλάδα, τα δέκα χρόνια που προηγήθηκαν της δημιουργίας του ευρώ και τα δέκα χρόνια που ακολούθησαν αυτής (στοιχεία: ΔΝΤ). Στην πρώτη περίοδο – προ ευρώ δεκαετία – η Γερμανία εξήγε στην Ελλάδα προϊόντα ύψους, περίπου, 35 δις δολαρίων. Στη δεύτερη περίοδο – μετά ευρώ δεκαετία – οι γερμανικές εξαγωγές στην Ελλάδα αυξήθηκαν στα 70 δις δολάρια, καταγράφοντας άνοδο της τάξης του 100%. Στα έτη 1997-1998 οι εισαγωγές γερμανικών προϊόντων είχαν ανέλθει στα 7,7 δις δολάρια. Δέκα χρόνια αργότερα, στα έτη 2007-2008 η Ελλάδα εισήγε γερμανικά προϊόντα ύψους, περίπου, 21,5 δις δολαρίων σε μία αύξηση κοντά στο 300%.

Οι αυξημένες εισαγωγές γερμανικών προϊόντων απ' την πολιτική φουσκώματος του Νότου ίσως να μη δημιουργούσε τόσο μεγάλο πρόβλημα αν η Γερμανία ανταπέδιδε τη χάρη αυξάνοντας τις εισαγωγές της απ' τους εταίρους της. Όμως έκανε το αντίθετο. Ενδεικτικά, οι εισαγωγές ελληνικών προϊόντων απ' τη Γερμανία το 1992 ήταν 2,2 δις δολάρια και το 2002, έτος υιοθέτησης του ευρώ ανήλθαν στο 1,7 δις δολάρια.
Μέσα σε λίγα χρόνια απ΄ την υιοθέτηση του ευρώ το εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας ξεπέρασε αυτό της Ιαπωνίας και της Κίνας φέρνοντας τη στην πρώτη θέση στον κόσμο σε εξαγωγές χάρη στον ευρωπαϊκό Νότο και τα υπόλοιπα κράτη της ευρωζώνης, αφού σε αυτά στηρίχτηκε το μεγαλύτερο ποσοστό της ανάπτυξης των εξαγωγών της. Προκειμένου η ίδια να προφυλαχτεί από τη δημιουργία φουσκών στο 'σπίτι' της, έλαβε μέτρα μείωσης της ρευστότητας και ακολούθησε μία αντιπληθωριστική πολιτική η οποία όξυνε περισσότερο τις αποκλίσεις με τους εταίρους της κάνοντας το Νότο ακόμη λιγότερο ανταγωνιστικό.

Με τις γερμανικές τράπεζες γεμάτες, πια, με ρευστό αλλά χωρίς ευκαιρίες στη χώρα τους εξαιτίας της αντιπληθωριστικής πολιτικής που βάσει σχεδίου ακολουθούσε η Γερμανία, η νέα χρυσή επενδυτική ευκαιρία εντοπίστηκε στην αγορά ομολόγων των κρατών του ευρωπαϊκού Νότου, τα οποία ενώ θεωρούνταν μηδενικού ρίσκου εξακολουθούσαν να παρέχουν αξιόλογα επιτόκια. Τώρα ήταν οι ίδιες οι κυβερνήσεις του Νότου που μπορούσαν να δανειστούν με ολοένα χαμηλότερο κόστος και να χρηματοδοτήσουν τα ελλείμματα που στο μεταξύ δημιουργούνταν από την έκρηξη στην κατανάλωση.

Μέχρι το 2007 το σχέδιο διάσωσης της Γερμανίας είχε πετύχει: η χώρα είχε ξεπεράσει την ύφεση χωρίς να χρειαστεί να αυξήσει το χρέος και τα ελλείμματα της, είχε μετατραπεί σε πρώτη εξαγωγική δύναμη στον κόσμο έχοντας εκμεταλλευτεί την απογείωση της πίστωσης στην ευρωζώνη αλλά αποφεύγοντας, εντέχνως, τις συνέπειες για την ίδια και παράλληλα είχε αναστήσει τη χρηματοοικονομική της αγορά και είχε σώσει το τραπεζικό της σύστημα. Στο μεσοδιάστημα, όμως, είχε ζώσει το Νότο με ωρολογιακές οικονομικές βόμβες.

Ακολούθησε η αμερικανική κρίση, η οποία εξελίχτηκε σε ένα παγκόσμιο τσουνάμι. Οι ωρολογιακές βόμβες στην ευρωζώνη άρχισαν να πυροδοτούνται αλλά η βλάβη σε κάποιες απ' αυτές, όπως στην Ελλάδα, αποδεικνύονταν μικρότερη απ' την αναμενόμενη. Ο 'διεφθαρμένος', 'τεμπέλης' και 'σπάταλος' Έλληνας είχε την πρόνοια να αποταμιεύει τμήμα των χρημάτων του απ' τα χρόνια της πλασματικής ανάπτυξης με αποτέλεσμα οι καταθέσεις να αποτελούν μία ασπίδα στις όποιες χρηματοπιστωτικές πιέσεις, ενώ οι ελληνικές τράπεζες, είτε από έλλειψη τεχνογνωσίας είτε εξαιτίας μίας σύνεσης που αντανακλούσε το γενικότερο ελληνικό χρηματοοικονομικό συντηρητισμό, είχαν αποφύγει να επενδύσουν στα σύνθετα επενδυτικά στεγαστικά προϊόντα που κατέστρεφαν την αμερικανική αγορά κατοικίας και μόλυναν την ευρωζώνη. Ως αποτέλεσμα η ροή κεφαλαίων δεν αντιστράφηκε στην Ελλάδα, τα κεφάλαια παρέμειναν στη χώρα και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα κρατήθηκε όρθιο και μετά το τσουνάμι, στηρίζοντας ταυτόχρονα και την πολύ εξαρτημένη, πλέον, απ' αυτό ελληνική οικονομία.

Το σκάσιμο της αμερικανικής φούσκας κατοικίας, η αμερικανική τραπεζική κρίση, η μετεξέλιξη της κρίσης σε διεθνή, η παγκόσμια και ιστορικών διαστάσεων οικονομική ύφεση, το διεθνές χρηματιστηριακό κραχ μετοχών και η εκτίναξη των τιμών πετρελαίου και τροφίμων σε ιστορικά υψηλά επίπεδα τιμών ήταν μερικά απ' αυτά με τα οποία είχε έρθει αντιμέτωπη η Ελλάδα μεταξύ 2006 και 2008 και κόντρα σε κάθε πρόβλεψη είχε αντέξει.

Η πτώχευση της Lehman Brothers το Σεπτέμβριο του 2008, όμως, μετέφερε την κρίση ρευστότητας σε ένα άλλο επίπεδο, κάνοντας τη χειρότερη απ' οτιδήποτε είχε δει η παγκόσμια οικονομία επί 80 χρόνια. Η Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα παρείχε μυστικά δάνεια ύψους, σχεδόν, 10 τρις δολαρίων σε αμερικανικές και διεθνείς τράπεζες προκειμένου να αποτρέψει το απόλυτο χάος και μείωσε τα επιτόκια του δολαρίου σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, κοντά στο μηδέν. Οι ελληνικές τράπεζες, βέβαια, δεν έλαβαν κρυφά δάνεια απ' τις ΗΠΑ.

Αντί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να ακολουθήσει το παράδειγμα της Αμερικανικής μειώνοντας τα επιτόκια του ευρώ ανταποκρινόμενη στις πρωτοφανείς οικονομικές συνθήκες, προέβηκε σε αύξηση (!) τους κάνοντας την ήδη υπό εξαφάνιση ρευστότητα στην ευρωζώνη πανάκριβη και ακόμη πιο δύσκολο να αντληθεί. Στα τέλη του 2008 και ενώ τα επιτόκια του δολαρίου είχαν μειωθεί κοντά στο μηδέν, τα επιτόκια του ευρώ είχαν αυξηθεί πάνω απ' το 4% στο υψηλότερο επίπεδο ετών.

Ενώ στα χρόνια που η ρευστότητα ήταν πλεονάζουσα και προκαλούσε φούσκες και πληθωρισμό η ΕΚΤ διατηρούσε τα επιτόκια στο 2%, την ώρα της ιστορικής κρίσης που χρειαζόταν φθηνό χρήμα για να αποφευχθεί ο αντιπληθωρισμός και να αντιμετωπιστεί η ύφεση, η ΕΚΤ προχώρησε σε αύξηση των επιτοκίων προκαλώντας ένα ακόμη καταστροφικό χτύπημα στην ευρωζώνη και ειδικά στις χώρες του Νότου.

Πίσω από αυτήν τη φαινομενικά παράλογη και προφανώς καταστροφική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, κρυβόταν και πάλι τα συμφέροντα της Γερμανίας, η οποία είχε εμπλακεί σε έναν άνευ προηγουμένου νομισματικό πόλεμο με τις ΗΠΑ, προσπαθώντας να εκθρονίσει το δολάριο με το να αυξάνει τα επιτόκια του ευρώ προσελκύοντας έτσι κεφάλαια απ' όλο τον κόσμο στη Φρανκφούρτη, η οποία και διεκδικούσε, πλέον, με αξιώσεις απ' το Λονδίνο το ρόλο του νέου ευρωπαϊκού χρηματοοικονομικού κέντρου.

Η απάντηση των ΗΠΑ ήταν η κατακόρυφη άνοδος του δολαρίου και η επαναπροσέλκυση κεφαλαίων σ΄ αυτό, κάτι που προκάλεσε την κατάρρευση της αγοράς εμπορευμάτων. Καθώς οι επενδυτές έφευγαν απ' τα εμπορεύματα και αναζητούσαν ασφαλές καταφύγιο για τα κεφάλαια τους, άρχισαν να επιστρέφουν στις ΗΠΑ αποχωρώντας απ' την Ευρώπη, γεγονός που οδηγούσε στην πώληση περιουσιακών στοιχείων σε ευρώ και έτσι και τραπεζικών και κρατικών ομολόγων της ευρωπαϊκής περιφέρειας τα οποία και για πρώτη φορά απ' την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος δοκιμάστηκαν σκληρά.

Στα τέλη του 2008 με αρχές 2009 τα CDS και τα επιτόκια των ελληνικών, ισπανικών, πορτογαλικών και ιταλικών ομολόγων μπήκαν σε ανοδική τροχιά αφού οι διεθνείς επενδυτές πουλούσαν κάθε τι συνδεδεμένο σε ευρώ εξαιτίας των πολιτικών επιλογών της Γερμανίας.

Ήταν εκείνη η χρονική στιγμή την οποία επέλεξε ο πρώην Πρωθυπουργός της χώρας, κ. Σημίτης, για να απευθυνθεί στην ελληνική Βουλή σχετικά με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, αποφεύγοντας να βρει ευθύνες οπουδήποτε αλλού πέρα απ' την Ελλάδα και θέτοντας θέμα αποκλεισμού της απ' τις αγορές και προσφυγής της στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σε μία ομιλία που αν δεν είχε αντιμετωπιστεί με ψυχραιμία από την τότε κυβέρνηση και αντιπολίτευση θα μπορούσε να έχει τινάξει τη χώρα στον αέρα ένα χρόνο νωρίτερα απ' ότι τελικά συνέβη.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν ήταν ελληνικό αλλά πρωταρχικώς ευρωπαϊκό και έτσι οι χώρες της ΕΕ στράφηκαν για βοήθεια στην ΕΚΤ ζητώντας ένα πανευρωπαϊκό σχέδιο προστασίας των τραπεζών. Ο Γάλλος Πρόεδρος Σαρκοζί προώθησε αυτήν τη λύση αλλά η Γερμανίδα Καγκελάριος Μέρκελ ήταν κάθετα αντίθετη απορρίπτοντας την προστασία του τραπεζικού συστήματος από την ΕΚΤ και επιβάλλοντας τη στήριξη των τραπεζών με εθνικά κεφάλαια.

Ακόμη και μετά απ' αυτήν την καταστροφική απόφαση της Γερμανίας και ενώ η Ελλάδα αναγκάστηκε να στηρίξει τις τράπεζες της με κρατικές εγγυήσεις, κατάφερε να αποφύγει τα χειρότερα και να φτάσει στο Νοέμβριο του 2009 αποδυναμωμένη μεν αλλά έχοντας διατηρήσει την πιστοληπτική της βαθμολογία στο Α, έχοντας πετύχει να δανείζεται με επιτόκια κοντά στο ιστορικό χαμηλό της, έχοντας αποτρέψει την κατάρρευση της αγοράς κατοικίας, έχοντας προσελκύσει αρκετά διεθνή επενδυτικά κεφάλαια ώστε το χρηματιστήριο της να καταγράφει τη μεγαλύτερη άνοδο στον κόσμο σε ετήσια βάση, έχοντας έναν τραπεζικό κλάδο ισχυρό, και συνεχίζοντας συνεχίζει να εμπνέει εμπιστοσύνη στο εξωτερικό και το εσωτερικό της έτσι ώστε και να μπορεί να χρηματοδοτεί το χρέος της αλλά και να απολαμβάνει μεγάλες εισροές στις ελληνικές τράπεζες, μετρώντας αθροιστικά τις μεγαλύτερες καταθέσεις από ιδιώτες και επιχειρήσεις στην ιστορία της. Πράγματι, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είχε προσελκύσει νέες καταθέσεις ύψους, περίπου, 22 δις ευρώ το 2007, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά επιπλέον 30 δις ευρώ το 2008 ενώ ακόμη και στο 2009 οι ελληνικές τράπεζες είδαν τις καταθέσεις να αυξάνονται κατά 10 δις ευρώ.

Χρειάστηκαν, ωστόσο, μόλις μερικές εβδομάδες πανικού της κυβέρνησης Παπανδρέου για να αντιστραφεί αυτή η μακροπρόθεσμη τάση και να αρχίσει ένα καταστροφικό κύμα εκροής καταθέσεων. Μόνο τον Ιανουάριο του 2010 εγκατέλειψαν τις ελληνικές τράπεζες κεφάλαια ύψους 5 δις ευρώ, με το έτος να κλείνει με εκροές ύψους 29 δις ευρώ. Από το Δεκέμβριο του 2009 μέχρι τον Απρίλιο του 2012 οι ελληνικές τραπεζικές καταθέσεις είχαν μειωθεί από 238 δις ευρώ στα 166 δις ευρώ, καταγράφοντας πτώση κατά 43%. Περίπου το 85% των εκροών προήλθε από ιδιώτες αποτυπώνοντας τον πανικό που κατέβαλλε τους Έλληνες πολίτες.

Ακόμη χειρότερα, ο διεθνής πανικός μεταφράστηκε σε μαζικές πωλήσεις ελληνικών περιουσιακών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και μετοχών, τραπεζικών και κρατικών ομολόγων, με τα κεφάλαια να μεταφέρονται απ' την Ελλάδα στη Γερμανία προς αναζήτηση ασφάλειας. Ιδιωτικός και κρατικός τομέας αποκλείστηκαν απ' τις αγορές κεφαλαίων και η χώρα δε μπορούσε πια να χρηματοδοτήσει το χρέος και τα ελλείμματα της.

Είχε έρθει η ώρα της Ελλάδας να χρειαστεί βοήθεια απ' τη Γερμανία. Η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της ΕΕ, όμως, είχε άλλα σχέδια καθώς είδε στην ελληνική και στην ευρωπαϊκή κρίση μια διπλή ευκαιρία:

α) να πετύχει την έξοδο της ίδιας απ΄ τη μεγαλύτερη ύφεση στην ιστορία της με το να μετατραπεί σε πόλο έλξης κεφαλαίων εξασφαλίζοντας ένα μέγα πακέτο τόνωσης βασιζόμενο στην αστείρευτη ρευστότητα και στο χαμηλό κόστος κρατικού δανεισμού της

β) να προωθήσει τη δημιουργία των Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης κάτω απ' την ηγεμονία της, σχέδιο που είχε εκπονηθεί αλλά είχε μείνει στάσιμο απ' τα τέλη της δεκαετίας του '80 και το οποίο αποτυπώνεται με μεγάλη σαφήνεια στα απόρρητα έγγραφα εκείνης της περιόδου που αποχαρακτηρίστηκαν μόλις προσφάτως.

Σήμερα, περισσότερο από δυόμιση χρόνια απ' το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, η Γερμανία έχει προχωρήσει πολύ στην υλοποίηση των δύο αυτών στόχων. Όσον αφορά στον πρώτο, η οικονομία της αναπτύχθηκε με τους μεγαλύτερους ρυθμούς απ' την επανένωση της χώρας, καταγράφοντας παράλληλα μία σειρά θετικών ρεκόρ δεκαετιών. Καταλυτικό ρόλο σε αυτό έπαιξε το πακέτο τόνωσης που απόλαυσε η Γερμανία από τη μεταφορά κεφαλαίων απ' το Νότο στις τράπεζες της αλλά και από τη μετατροπή της σε καταφύγιο κεφαλαίων απ' όλο τον κόσμο, γεγονός που τη βοήθησε να δανείζεται με ιστορικά χαμηλά επιτόκια. Η μελέτη της ροής τραπεζικών καταθέσεων μεταξύ των κρατών του Νότου και της Γερμανίας αποκαλύπτει τη δημιουργία μίας αρνητικής συσχέτισης που ξεπέρασε το 0,8. Δηλαδή περίπου στο 80% των περιπτώσεων οι εκροές απ' το Νότο κατέληξαν σε εισροές στη Γερμανία (στοιχεία: Budensbank). .

Το ισοζύγιο στο Target 2, το Μάιο του 2012, έδειξε πλεόνασμα ύψους 660 δις ευρώ για τη Γερμανία, 146 δις ευρώ για την Ολλανδία και 45 δις ευρώ για τη Φινλανδία. Οι χώρες αυτές απολαμβάνουν χάρη στην κρίση πακέτα τόνωσης που αντιστοιχούν στο 23-25% του ΑΕΠ τους. Την ίδια στιγμή το αντίστοιχο έλλειμμα για τις χώρες του Νότου αντιστοιχεί στο 20-60% του ΑΕΠ τους (20% για Ιταλία, 23% για Ισπανία, 60% για Ιρλανδία, 50% για Ελλάδα).

Όσον αφορά στο δεύτερο στόχο της, η Γερμανία αναδείχτηκε ως ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ΕΕ, θέτοντας και επιβάλλοντας τους κανόνες της και προχωρώντας στην εμβάθυνση της ευρωζώνης με μεγαλύτερα βήματα από ποτέ. Η παράδοση εθνικής κυριαρχίας σε ευρωπαϊκά και υπό γερμανικό έλεγχο ιδρύματα είναι η νέα τάση που μετατρέπει τη Γερμανία σε ευρωπαϊκή αυτοκρατορία, χάρη στην ελληνική και την ευρωπαϊκή κρίση.

Αυτό που δεν έγινε ποτέ αντιληπτό απ' τις ελληνικές κυβερνήσεις, είναι ότι όπως κάθε άλλη ηγέτιδα δύναμη μίας νομισματικής ένωσης, η Γερμανία δε θα κάνει ποτέ τίποτε που να εξυπηρετεί το γενικό ευρωπαϊκό συμφέρον αν δεν εξυπηρετείται πρωτίστως το δικό της. Η εταιρική αλληλεγγύη ισχύει μόνο από τον πιο αδύναμο προς τον πιο δυνατό. Η Γερμανία θα αντιμετωπίζει πάντα τις πιο αδύναμες οικονομικά χώρες με αλαζονεία και θα επιδιώκει να ισχυροποιείται εις βάρος τους αφού αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να διατηρήσει τον ηγετικό της ρόλο. Δε χρειάζεται να κοιτάξει κανείς πολύ μακριά για να καταλάβει πώς λειτουργεί μία κυρίαρχος δύναμη σε ένα νομισματικό σύστημα και αρκεί να δει τις ΗΠΑ, που με το δολάριο εκμεταλλεύτηκαν ολόκληρο τον κόσμο από το 1945 και μετά.

Δεν είναι τυχαίο πως ήταν η Γερμανία που ηγήθηκε της αλλαγής του προηγούμενου νομισματικού συστήματος στις αρχές της δεκαετίας του '70, οργανώνοντας έναν κατά το ήμισυ επιτυχή νομισματικό πόλεμο εναντίον του δολαρίου, στην προσπάθεια της, τότε, να βάλει τέλος στην αμερικανική νομισματική κυριαρχία καθώς ήταν η ίδια που βρισκόταν στη θέση του αποδέκτη των συνεπειών του τρόπου λειτουργίας των ΗΠΑ μέσα στα πλαίσια της.

Ούτε είναι συμπτωματικό που απέτυχαν και οι τρεις προσπάθειας δημιουργίας μίας ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης με επίκεντρο το γερμανικό μάρκο, αφού η Γερμανία δρούσε πάντα με τον ίδιο τρόπο, εκμεταλλευόμενη τους εταίρους της τόσο σε καιρούς ηρεμίας, ώστε να προωθεί τη δική της ανάπτυξη όσο και περιόδους κρίσης, πιέζοντας για περισσότερο έλεγχο, δημοσιονομική και πολιτική ενοποίηση.

Τελικά, βέβαια, δεν έχει τόσο σημασία τί κάνουν οι άλλοι και αν αυτό μας βλάπτει ή μας βοηθά αλλά το τί κάνουμε εμείς για να αμυνθούμε ή να βοηθήσουμε τον εαυτό μας. Και κοιτώντας πίσω στο χρόνο θα διαπιστώσουμε εύκολα μερικά απ' τα δραματικά λάθη των τελευταίων κυβερνήσεων που πέρασαν απ' την Ελλάδα.

Η κυβέρνηση Σημίτη έκανε πολιτική της σημαία την είσοδο της Ελλάδας στο ευρώ αποτυγχάνοντας να προετοιμάσει τη χώρα σωστά γι' αυτό το ιστορικό γεγονός και αφήνοντας την, εν γνώση της και προκειμένου να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της, εκτεθειμένη σε εξαιρετικά μεγάλους κινδύνους. Οι ευθύνες του κ. Σημίτη γι' αυτό είναι διαχρονικές και βαρύτατες.

Η κυβέρνηση Καραμανλή δεν έκανε αυτά που έπρεπε για να προστατέψει τη χώρα απ' τις αρνητικές συνέπειες της εισόδου της στην ευρωζώνη. Με ατολμία και χωρίς αίσθηση της ιστορικής του ευθύνης ο κ. Καραμανλής απόλαυσε πολιτικά τα θετικά της υιοθέτησης του ευρώ, αποτυγχάνοντας να εκμοντερνίσει και να ενδυναμώσει τη χώρα ώστε να αντιμετωπίσει τους δαίμονες του παρελθόντος και τις προκλήσεις του παρόντος και του μέλλοντος.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου πανικοβλήθηκε και πανικόβαλε έναν ολόκληρο κόσμο για το άγνωστο (;) δημοσιονομικό έλλειμμα, λειτουργώντας ως μεγεθυντής και πολλαπλασιαστής των προβλημάτων της οικονομίας και οδηγώντας, ουσιαστικά, τη χώρα στην πτώχευση απ' το Νοέμβριο του 2009 εφόσον ήταν δεδομένο πως η Γερμανία δεν υπήρχε περίπτωση να αναλάβει τις δικές της ευθύνες. Μελετώντας κανείς οικονομική ιστορία είναι μάλλον απίθανο να βρει πολλά αντίστοιχα παραδείγματα που ένας άνθρωπος πανικόβαλε τόσους πολλούς. Οι ηγέτες δεν πανικοβάλλονται και το κυριότερο δεν πανικοβάλλουν τους υπόλοιπους γύρω τους, πόσο μάλλον έναν ολόκληρο πλανήτη. Εκτός και αν ο κ. Παπανδρέου γνώριζε πως η ανθρωπότητα απειλούνταν με εξαφάνιση και ότι μόνο αυτός μπορούσε να την προστατέψει, δεν είχε κανένα πολιτικό έρεισμα και καμία νομιμοποίηση να θυσιάσει την Ελλάδα. Οτιδήποτε ακολούθησε του 'Πανικού Παπανδρέου', ήταν η συνέχεια μίας προδιαγεγραμμένης τραγωδίας.

Οι χώρες είναι υπεύθυνες για τις επιλογές και τα λάθη τους και η Ελλάδα έχει πολλά και διαφορετικής βαρύτητας δικά της λάθη να κατανοήσει, να αναγνωρίσει και να διορθώσει. Αλλά με το να αποδέχεται ευθύνες που δεν της ανήκουν, να αυτοδυσφημίζεται διεθνώς και το κυριότερο να αδυνατεί να αντιληφθεί και να αναδείξει τις ευθύνες και το ρόλο άλλων σε ιστορικής σημασίας γεγονότα και καταστάσεις, διαπράττει ένα αυτοκτονικό λάθος.

Σε τελική ανάλυση κάθε κράτος πρέπει να έχει τους δικούς του μακροπρόθεσμους, εθνικούς και υπερκομματικούς στόχους. Η Ελλάδα πρέπει να αναγνωρίσει και να κατανοήσει αυτούς των υπόλοιπων κρατών που την επηρεάζουν άμεσα και έμμεσα και επιτέλους να προσδιορίσει και να επιδιώξει τους δικούς της. Αν κάνει η ίδια αυτό που πρέπει θα μπορεί και να βοηθά τον εαυτό της και να προστατεύεται από εξωτερικούς κινδύνους αλλά και να νομιμοποιείται να αποδίδει ευθύνες στα κράτη που λειτουργούν με τρόπο βλαπτικό για το σύνολο. Και η Γερμανία, τουλάχιστον στα πλαίσια της ευρωζώνης, είναι σίγουρα ένα από αυτά.

Πάνος Παναγιώτου
http://www.xrimanews.gr/agores/37447-h-krish-ksekinhse-me-th-diaswsh-ths-germanias-ap-to-noto

 

21.6.12

Η παραμονή της Ελλάδας στο ευρώ μπορεί να κριθεί στις επόμενες 45 ημέρες


Μετά από τρεις και πλέον μήνες προεκλογικής περιόδου και ύστερα από δύο εκλογικές αναμετρήσεις οι εκλογές, επιτέλους, ολοκληρώθηκαν. Τα προβλήματα στο διάστημα αυτό, όμως, μεγάλωσαν και μόνο στην αγορά εργασίας προστέθηκαν περίπου 50 χιλιάδες νέοι άνεργοι.
Το δίλημμα ευρώ ή δραχμή απαντήθηκε για άλλη μια φορά, με τη συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων να κλίνουν προς το ενιαίο νόμισμα. Στο δίλημμα, καταγγελία ή αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου η ψήφος μοιράστηκε. Περίπου το 55% των Ελλήνων ψήφισαν για αναδιαπραγμάτευση με το 45% να ψηφίζει καταγγελία.
Τα ποσοστά αυτά είναι τόσο κοντά που μπορούν πολύ εύκολα να εξισωθούν ή και να ανατραπούν προς τη θέση της καταγγελίας. Αυτό, ιδιαίτερα αν η αναδιαπραγμάτευση μείνει στα λόγια και δεν πάρει ποτέ σάρκα και οστά.
Η φαινομενικά αδιάλλακτη θέση της Γερμανίας θα αποτελέσει το μεγαλύτερο πρόβλημα στην όποια προσπάθεια αναδιαπραγμάτευσης. Η σκληρή Γερμανική Κεντρική Τράπεζα και το λόμπι της δεν επιθυμούν να γίνει καμία απολύτως υποχώρηση προς την Ελλάδα ενώ με το 80% των Γερμανών πολιτών να θέλουν τη χώρα έξω απ΄ το ευρώ φαίνεται πολύ δελεαστικό, πολιτικά, για τη Μέρκελ να διατηρήσει τη σκληρή της στάση παρά τις πιέσεις που δέχεται διεθνώς για το αντίθετο.
Όλα αυτά ήταν γνωστά κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας και δεν εμπόδισαν κάποια από τα κόμματα να στηρίξουν την εκλογή τους υποσχόμενα την αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου. Μέχρι στιγμής, όμως, είναι μόνο ο πρόεδρος ενός, πρώην μεγάλου κόμματος, που έχει δώσει ένα σχετικά σαφές και στα πλαίσια του ρεαλισμού δείγμα γραφής ως προς το πώς αντιλαμβάνεται την αναδιαπραγμάτευση, έχοντας φροντίσει να λάβει μία, μικρή, έστω στήριξη από τους Ολλάντ και Μόντι στις απόψεις του αλλά όχι και απ' τη Μέρκελ. Κανένας, ωστόσο, δεν έχει χαράξει τις κόκκινες γραμμές πέρα απ' τις οποίες θα θεωρήσει πως το Μνημόνιο δε μπορεί να εφαρμοστεί.
Η Ελλάδα έχει ένα περιθώριο περίπου 45 ημερών για να ολοκληρώσει και να φέρει σε πέρας την πιο σκληρή και απαραίτητη για την επιβίωση της διαπραγμάτευση στη μοντέρνα ιστορία της. Ο χρόνος κυλά αντιστρόφως ανάλογα των ταμειακών της διαθεσίμων.
Τα κόμματα που φιλοδοξούν να κυβερνήσουν πρέπει να θέσουν ως προτεραιότητα τους τη συμφωνία σε μία εθνική πρόταση αναδιαπραγμάτευσης, η οποία δεν πρέπει να προκύψει από τις επιθυμίες, τα συμφέροντα ή τους φόβους τους αλλά από τις πραγματικές ανάγκες και αντοχές της χώρας και τις νέες διεθνείς και ευρωπαϊκές ισορροπίες. Η αναζήτηση συμμαχιών πρέπει να ολοκληρωθεί με ταχύτατες διαδικασίες και να βοηθήσει στην οριστικοποίηση της πρότασης αναδιαπραγμάτευσης.
Αν η νέα κυβέρνηση κάνει το λάθος να προσπαθήσει να σπρώξει το πρόβλημα λίγο πιο πέρα χρονικά υπαναχωρώντας από τις προεκλογικές υποσχέσεις, υποχωρώντας αμαχητί στις γερμανικές, τις ολλανδικές, τις φινλανδικές και άλλες πιέσεις και επιτρέποντας η περιβόητη αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου να εκφυλιστεί σε μία απλή επιμήκυνση του με την προσθήκη αναπτυξιακών μέτρων λάιτ, τότε μέσα σε λίγους μήνες είναι πιθανό από τη μία η ίδια να μην υπάρχει και από την άλλη να έχει, τελικά, χάσει την τελευταία, ίσως, ευκαιρία να αλλάξει πορεία η χώρα.
Η καταστροφή που έχει υποστεί η Ελλάδα από τις πολιτικές δεκαετιών που πολλαπλασιάστηκαν σε αρνητική ισχύ και μετατράπηκαν σε πυρηνική βόμβα εξαιτίας των επιλογών Παπανδρέου είναι άνευ προηγουμένου. Όποια κυβέρνηση αναλάβει την εξουσία σήμερα θα πρέπει να κυβερνήσει σε μία χώρα που αντιμετωπίζει την 5η μεγαλύτερη και με το ταχύτερο ρυθμό καλπάζουσα ανεργία στον κόσμο, τη μεγαλύτερη ύφεση διεθνώς, το δεύτερο μεγαλύτερο χρέος στον κόσμο ως ποσοστό του ΑΕΠ, τα υψηλότερα επιτόκια δανεισμού, τα μεγαλύτερα ποσοστά κοινωνικού πόνου και απαισιοδοξίας μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών, τη δεύτερη μεγαλύτερη ύφεση στον κλάδο οικοδομής διεθνώς, ένα εξουθενωμένο τραπεζικό σύστημα που προσπαθεί να αποφύγει την πλήρη κατάρρευση του, ταμεία συντετριμμένα από την αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους, ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα διαφθοράς μεταξύ των αναπτυγμένων κρατών, ένα άδικο και αναποτελεσματικό φορολογικό σύστημα και έναν πληγωμένο, απογοητευμένο και οικονομικά εξαθλιωμένο λαό.
Είτε θα καταφέρει η νέα κυβέρνηση να κάνει μία ουσιαστική αναδιαπραγμάτευση μέσα στις επόμενες 45 ημέρες εκπονώντας ένα εθνικό σχέδιο είτε το ευρώ μπορεί να ξαναρχίσει να ετοιμάζει τις βαλίτσες του καθώς μόνο με θαύμα θα πετύχει το Μνημόνιο με την τρέχουσα δομή του.
Δεδομένου ότι η αποτυχία του Μνημονίου και της πολιτικής εξαντλητικής λιτότητας έχει αναγνωριστεί διεθνώς, η νέα ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να οργανώσει άμεσα ένα κοινό μέτωπο ακαδημαϊκών, οικονομολόγων, πολιτικών και τεχνοκρατών για να βοηθηθεί στην προετοιμασία μίας πρότασης αναδιαπραγμάτευσης η οποία θα στηρίζεται απ' όλους και θα απαντά στο ερώτημα πώς πρέπει να υλοποιηθεί η δημοσιονομική εξυγίανση έτσι ώστε να μην καταστραφεί στο μεταξύ η χώρα. Αρωγός πρέπει να είναι και πρόσφατη μελέτη του ίδιου του ΔΝΤ η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα πως η καλύτερη λύση είναι το κράτος να δεσμεύεται εξ αρχής για τη λήψη μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης αλλά η εφαρμογή τους να ξεκινά αφού η οικονομία έχει αναρρώσει σε σημαντικό βαθμό.
Γερμανία και Πολιτική Ένωση της Ευρώπης
Καίρια, επίσης, είναι η κατανόηση του τρόπου σκέψης του βασικότερου αντιπάλου, σε αυτή τη φάση, της Ελλάδας, δηλαδή της Γερμανίας. Όπως κάθε άλλη χώρα έτσι και η Γερμανία έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, τα δυνατά και τα τρωτά της σημεία, τους στόχους και τα όρια μέσα στα οποία μπορεί να κινηθεί.
Εν προκειμένω, ένα από τα βασικά της πλεονεκτήματα της είναι το μέγεθος και η ηγετική θέση της οικονομίας της μέσα στην ΕΕ που την καθιστά εγγυητή της ίδιας της ύπαρξης του ευρώ και τη φέρνει στο ρόλο του δανειστή και άρα αυτού που θέτει τους όρους για τους δανειολήπτες. Μερικά από τα τρωτά της σημεία είναι ότι έχει αποτύχει να σταματήσει την κρίση χάνοντας την αξιοπιστία της, ότι έχει απομονωθεί και απειλείται να μείνει χωρίς δυνατούς συμμάχους και ότι κινδυνεύει να δει το όραμα της για δημοσιονομική και πολιτική ενοποίηση της ΕΕ να καταρρέει μαζί με το ευρώ.
Αν, λοιπόν, η Ελλάδα συμφωνεί με την ιδέα μίας μορφής Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης και θέλει, πράγματι, να αποτελέσει μέλος μίας τέτοιας μελλοντικής Ένωσης, τότε μπορεί να κάνει τη διπλωματική έκπληξη προτείνοντας τη δέσμευση και στήριξη απ' την πλευρά της στο γερμανικό όραμα με αντάλλαγμα την ουσιαστική τροποποίηση όρων του Μνημονίου έτσι ώστε να έχει πραγματικές ελπίδες να ορθοποδήσει η ελληνική οικονομία.

Αν, όμως, δεν επιθυμεί η Ελλάδα να αποτελέσει μέλος μίας τέτοιας Ένωσης, τότε είναι καλό να επανατοποθετήσει τις επιλογές και τις προτεραιότητες της γιατί αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία κινείται η Ευρώπη ή τουλάχιστον προς την οποία την σπρώχνει η Γερμανία και μάλιστα χωρίς να το κρύβει σε αυτούς που θέλουν, όντως, να το δουν.
Το πραγματικό δίλημμα για τη Γερμανία είναι διαφορετικό απ' αυτά που προτάσσονται ως κυρίαρχα στην Ελλάδα και μετουσιώνεται στο ερώτημα Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης ή όχι. Η νέα ελληνική κυβέρνηση αναμένεται, προσεχώς, να βρεθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων απέναντι στη Γερμανία και είναι απαραίτητο να γνωρίζει πώς σκέφτεται.
Κατ' αρχήν, πρέπει να γίνει κατανοητό πως η Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας, το λόμπι που ενστερνίζεται τις απόψεις της, ο Σόιμπλε, ένα σημαντικό τμήμα του πολιτικού συστήματος της χώρας και το 80% του γερμανικού λαού δε θα λυπηθούν να δουν την Ελλάδα να αποχωρεί απ' το ευρώ (εκτός ίσως, μόνο εκ των υστέρων, αν οι συνέπειες μίας ελληνικής αποχώρησης αποδειχτούν μεγαλύτερες απ' αυτές που ανέμεναν). Επιπλέον, η βασική γραμμή της Γερμανίας είναι η προώθηση της δημοσιονομικής και πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ και αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει αλλά μόνο να ισχυροποιηθεί εξαιτίας της κρίσης.
Ελπίζω, για το καλό της Ελλάδας, τα κόμματα που θα απαρτίσουν τη νέα ελληνική κυβέρνηση και τα οποία προεκλογικά δεσμεύτηκαν για αναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου να έχουν αντιληφθεί τί πρόκειται να αντιμετωπίσουν και να είναι πιο ώριμα, πιο ικανά, πιο ευφυή, πιο προετοιμασμένα και πιο αποτελεσματικά από ποτέ, έχοντας πλήρη επίγνωση του ότι πρέπει να πετύχουν γρήγορα και με πολύ συγκεκριμένες πράξεις ότι, με αόριστα λόγια, τουλάχιστον τα περισσότερα, υποσχέθηκαν το τελευταίο διάστημα.
Εύχομαι η αναδιαπραγμάτευση να μην καταλήξει σε μία συμφωνία για μία στείρα και αναποτελεσματική επιμήκυνση και μάλιστα με νέα ανταλλάγματα και δεσμεύσεις απ' την ελληνική πλευρά αλλά αυτοί που την υποσχέθηκαν και ιδιαίτερα το κόμμα που κέρδισε τις εκλογές κάνοντας την σύνθημα του, να κατανοήσει πως αυτή είναι, πιθανόν, η τελευταία ευκαιρία για αλλαγή των τιμωριτικών όρων ενός Μνημονίου που εξυπηρέτησε πολλά συμφέροντα πέρα απ' τα ελληνικά.
Και εφόσον μία τέτοια ιστορική αναδιαπραγμάτευση ξεκινήσει, τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα πρέπει να τη στηρίξουν, επιδεικνύοντας τη μέγιστη εθνική ευθύνη. Δεν υπάρχει δικαιολογία για άρνηση στήριξης.
Στις τελευταίες εκλογές ζητήθηκε απ' τον ελληνικό λαό να ψηφίσει φορές για την αναδιαπραγμάτευση ή την καταγγελία του Μνημονίου. Με μία μικρή διαφορά, ψήφισε την αναδιαπραγμάτευση. Αυτοί που την υποσχέθηκαν πρέπει τώρα να την υλοποιήσουν. Αυτοί που ήταν αντίθετοι, έχουν υποχρέωση ακόμη και αν σταθούν με κριτικό και συμβουλευτικό βλέμμα απέναντι στη νέα κυβέρνηση, να τη στηρίξουν αν και εφόσον κάνει πράξει τις δεσμεύσεις της.

Ο Πάνος Παναγιώτου είναι Χρηματιστηριακός Τεχνικός Αναλυτής, Διευθυντής WTAEC Ltd, GSTA Ltd
http://www.xrimanews.gr/agores/35836-h-paramonh-ths-elladas-sto-eyrw-mporei-na-krithei-stis-epomenes-45-hmeres

1.6.12

Η δραχμούλα ξύπνησε τον Οκτώβριο του 2009 κι έκτοτε... χουζουρεύει

Ο Οκτώβριος του 2009 ήταν το τέλος μίας εποχής για την Ελλάδα. Ένα τέλος που κάποτε θα ερχόταν ούτως ή άλλως αλλά θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετικό και το κυριότερο να αποτελούσε την ευκαιρία για ένα νέο και ευοίωνο ξεκίνημα και όχι την αρχή μίας περιόδου οικονομικού και κοινωνικού χάους. Η πολιτική στρατηγική (;) Παπανδρέου να πανικοβάλει τις αγορές και να διασύρει την Ελλάδα διεθνώς άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου βγάζοντας από μέσα τους καταστρεπτικές δυναμικές και τάσεις οι οποίες έδωσαν, ξαφνικά, ζωή στο σενάριο της εξόδου της χώρας απ' το ευρώ, 'ξυπνώντας' τη δραχμή απ' τη χειμέρια νάρκη που βρισκόταν απ' το 2002.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά τα σενάρια παραμονής ή εξόδου της χώρας απ' το ευρώ τρέχουν ταυτόχρονα, προκαλώντας πρωτοφανή χρηματοπιστωτική, οικονομική, πολιτική και κοινωνική αστάθεια με τον κίνδυνο ο φόβος για αποχώρηση απ' την ευρωζώνη να λειτουργήσει, τελικά, ως αυτοεπαληθευόμενη προφητεία, προκαλώντας, πράγματι, την επιστροφή στη δραχμή κάτω από δραματικές συνθήκες.
Ο πανικός που επέδειξε ο κ. Παπανδρέου και όσα έπραξε στους πρώτους μήνες διακυβέρνησης του θα στοιχειώνουν την Ελλάδα για δεκαετίες. Οι ηγέτες δεν επιτρέπεται να πανικοβάλλονται, πόσο μάλλον να πανικοβάλλουν όλους τους υπόλοιπους. Αλλά ο πρώην Πρωθυπουργός αποδείχτηκε, μάλλον, λιγότερο ηγέτης και περισσότερο κακός καπετάνιος ενός προβληματικού αλλά συνηθισμένου σε κακοκαιρίες πλοίου, που αφού το βάφτισε 'Τιτανικό' το παρέδωσε στις 'ένοπλες δυνάμεις' των αγορών για να το βομβαρδίσουν. Έπειτα, προκειμένου να καθυστερήσει τη βύθιση του, ζήτησε απ' τους επιβάτες του να πετάξουν στην θάλασσα τα υπέρβαρα περιουσιακά τους στοιχεία και να κάνουν δίαιτα για να μειωθεί το δικό τους βάρος, προειδοποιώντας τους πως στην αντίθετη περίπτωση ήταν μοιραίο να πνιγούν βουλιάζοντας μαζί του.
Οι ενέργειες Παπανδρέου άπλωσαν τη σκιά του νομισματικού κινδύνου πάνω απ' την χώρα, προκαλώντας, αρχικά, μαζική και βίαιη φυγή των διεθνών κεφαλαίων. Το ελληνικό χρηματιστήριο κατέρρευσε ενώ μέχρι τότε κατέγραφε την καλύτερη απόδοση στον κόσμο και τα ελληνικά ομόλογα ξεπουλήθηκαν, ενώ ως τότε το αγοραστικό ενδιαφέρον γι' αυτά ήταν αμείωτο. Εφόσον ο ίδιος ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας διαμήνυε ότι αυτή απειλούνταν με πτώχευση και αφού η πτώχευση συνεπάγεται την έξοδο απ' το ευρώ ποιος τρελός θα κρατούσε τα κεφάλαια του σ' αυτήν και πόσο μάλλον θα διέθετε και νέα για να της δανείσει;
Ακολούθησε η απόσυρση καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες. Με οδηγό την ελίτ του ελληνικού κεφαλαίου που έστειλε τα χρήματα της στο εξωτερικό μετατράπηκε σε κύρια τάση η μεταφορά χρημάτων από την 'προβληματική' Ελλάδα προς την Κύπρο, τη Γερμανία, την Ελβετία, τις ΗΠΑ και αλλού. Αφού οι ξένοι και οι πλούσιοι δεν εμπιστεύονταν πλέον τα λεφτά τους στην Ελλάδα γιατί να τα εμπιστευτεί σ' αυτήν ο απλός πολίτης;
Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι παραπάνω τάσεις οι οποίες ισχυροποιήθηκαν θεματικά στους πρώτους μήνες διακυβέρνησης Παπανδρέου, ο Πρωθυπουργός στράφηκε για βοήθεια προς την Τρόικα. Το ΔΝΤ και η ΕΕ ανέλαβαν τη χρηματοδότηση της Ελλάδας εξισορροπώντας την αρνητική ροή των διεθνών κεφαλαίων και αντιμετωπίζοντας τον αποκλεισμό της απ' τις αγορές και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ανέλαβε την παροχή ρευστότητας στις ελληνικές τράπεζες αντικαθιστώντας τη χαμένη από την απόσυρση των καταθέσεων ρευστότητα.
Τα δάνεια και η στήριξη από την Τρόικα, όμως, συνοδεύτηκαν από το Μνημόνιο, το οποίο έθεσε ως πρωταρχικό του στόχο τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος ώστε η Ελλάδα να 'εξυγιανθεί' δημοσιονομικά και να μειώσει το βαθμό εξάρτησης της από τον εξωτερικό δανεισμό.
Η – με τη σφραγίδα Παπανδρέου - εφαρμογή του, ούτως ή άλλως, προβληματικού Μνημονίου έγινε η αφετηρία δημιουργίας νέων καταστροφικών τάσεων, τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνία. Με το Μνημόνιο να μην προβλέπει τίποτε για την αντιμετώπιση αυτών των τάσεων αλλά να επικεντρώνεται στο έλλειμμα, το τελευταίο, ξεκίνησε, πράγματι, να μειώνεται αλλά η οικονομία και η κοινωνία άρχισαν να καταρρέουν.
Το αποτέλεσμα ήταν η φυγή των διεθνών κεφαλαίων και η απόσυρση των καταθέσεων να ενταθούν κάνοντας απαραίτητη την παράταση του προγράμματος παροχής δανείων και ρευστότητας. Προκειμένου να συμβεί αυτό ο κ. Παπανδρέου συμφώνησε στην υιοθέτηση νέων μέτρων, στην πώληση δημόσιας περιουσίας και στην εγγύηση των δανείων των τραπεζών από το κράτος.
Όσο, όμως, η οικονομία και η κοινωνία κατέρρεαν τόσο τα ελληνικά ομόλογα και οι εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου έχαναν την αξία τους ενδυναμώνοντας ακόμη περισσότερο τη φυγή κεφαλαίων και την απόσυρση καταθέσεων, μολύνοντας και συμπαρασύροντας στην άβυσσο τον πάλαι ποτέ ισχυρό ελληνικό τραπεζικό τομέα αλλά και προκαλώντας την εκτόξευση του χρέους.
Παρόλα αυτά, για κάποιο λόγο που μόνο η Τρόικα και ο κ. Παπανδρέου μπορούν να κατανοήσουν, η μείωση του ελλείμματος συνέχισε να κρίνεται σημαντικότερη απ' την αντιμετώπιση όλων των δεινών που προκαλούσε. Το αποτέλεσμα ήταν το έλλειμμα, πράγματι, να μειωθεί περαιτέρω αλλά και να ενισχυθούν όλες οι νέες καταστροφικές τάσεις που στο μεταξύ είχαν γεννηθεί, όπως της καλπάζουσας ανεργίας, της οικονομικής συρρίκνωσης, της φυγής κεφαλαίων, της κοινωνικής εξαθλίωσης κλπ.
Η συνειδητοποίηση εντός και εκτός της Ελλάδας πως ο Παπανδρέου ήταν αδύνατο να χειριστεί σωστά την κατάσταση οδήγησε σε απώλεια της εμπιστοσύνης στο πρόσωπο του. Ενώ υποσχόταν (συχνά υπογείως) στην Τρόικα τη μείωση του δημοσίου τομέα, την καταπολέμηση της διαφθοράς, την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την πάταξη της φοροδιαφυγής, στην πράξη προστάτευε το άρρωστο γραφειοκρατικό σύστημα που είχε δημιουργήσει ο πατέρας του προκειμένου να αναρριχηθεί και να διατηρηθεί στην εξουσία και το οποίο είχαν συντηρήσει και ενισχύσει όλοι οι μετέπειτα πολιτικοί ηγέτες εξυπηρετώντας τα δικά τους, κομματικά και προσωπικά συμφέροντα.
Αντί να διαχωρίσει τα μέτρα που ζητούσε η Τρόικα σε θετικά και αρνητικά, επισπεύδοντας τα πρώτα και διαπραγματευόμενος με σθένος την αντικατάσταση των δεύτερων με άλλα, ο κ. Παπανδρέου προχώρησε σε παράλογες αυξήσεις άμεσων και έμμεσων φόρων, στην επιβολή χαρατσιών και στη χωρίς καμία κοινωνική δικαιοσύνη μαζική περικοπή μισθών και συντάξεων και κατάργηση εργατικών δικαιωμάτων. Λειτουργώντας με τρόπο σπασμωδικό έκανε αυτά που οι περισσότεροι και κυρίως η ίδια η λογική τον συμβούλευαν να αποφύγει και απέφυγε εκείνα που η πλειοψηφία και η λογική τον προέτρεπαν να πράξει.
Αν και υπεύθυνοι για την κατάληξη της Ελλάδας είναι σύσσωμο το πολιτικό σύστημα και οι πολίτες που το στήριξαν επί δεκαετίες με την ψήφο και την ανοχή τους, οι ευθύνες όλων, ακόμη και των πολιτικών που βρίσκονται τώρα στην πρώτη γραμμή, ωχριούν μπροστά σε αυτές του κ. Παπανδρέου.
Αλλά όλα αυτά, μέχρι χθες. Γιατί φτάνοντας στο σήμερα, καλώς ή κακώς η ωρολογιακή βόμβα έχει μεταφερθεί από τα χέρια του κ. Παπανδρέου στα δικά τους. Και προς το παρόν αντί να κάνουν τα πάντα για να την αφοπλίσουν την πετούν ο ένας στον άλλον.
Και όσο ο λαός θα περιμένει μάταια, έστω και την ύστατη στιγμή, να ακούσει αλήθειες και να δει ξεκάθαρα, ρεαλιστικά και υπεύθυνα με ποιον τρόπο θα γίνει η αντιμετώπιση της κρίσης, τόσο ο δρόμος για την έξοδο απ' το ευρώ θα ανοίγει διάπλατος. Και αυτή τη φορά η χαριστική βολή θα δοθεί απ' τους ίδιους τους πολίτες, οι οποίοι είτε δε θα μπορούν είτε απλά θα αρνούνται να πληρώσουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στο κράτος αμφισβητώντας το ευθέως. Μία ματιά στα φορολογικά έσοδα του Μαΐου φανερώνει πως αυτά είναι μειωμένα έναντι των προβλέψεων, περίπου, κατά 15% σε όλη την επικράτεια, με μερικές περιοχές να παρουσιάζουν υστέρηση ακόμη και κατά 30%. Δεν πρόκειται, πια, για φοροδιαφυγή μέσω της απόκρυψης εσόδων αλλά μέσω της ωμής άρνησης πληρωμής αυτών που το κράτος απαιτεί.
Γιατί για ποιο λόγο να πληρώσει ο πολίτης φόρους σε ένα κράτος που δε εμπιστεύεται και το οποίο αδυνατεί να του εγγυηθεί ακόμη και τα πλέον αυτονόητα; Και ακόμη πιο πρακτικά γιατί να καταβάλλει ο πολίτης φόρους σε ευρώ σήμερα όταν υπάρχει περίπτωση να τους πληρώσει σε δραχμές αύριο ή και να μην τους πληρώσει καθόλου (όπως του υπόσχονται κάποιοι πολιτικοί);
Κοιτώντας κανείς προσεκτικά τί συμβαίνει στην Ελλάδα διαπιστώνει πως οι πολίτες προετοιμάζονται για μία ενδεχόμενη επιστροφή στη δραχμή περισσότερο απ' όσο και οι ίδιοι, ίσως, αντιλαμβάνονται. Αποσύρουν τις καταθέσεις τους απ' τις τράπεζες, μεταφέρουν τα χρήματα τους στο εξωτερικό, καθυστερούν να πληρώσουν υποχρεώσεις τους στο κράτος (και αλλού) και γενικότερα κάνουν, απολύτως δικαιολογημένα, οτιδήποτε μπορούν για να προστατέψουν τους ίδιους και τις οικογένειες τους, αφού βλέπουν πως το πολιτικό σύστημα και το κράτος αδυνατούν να το πράξουν γι' αυτούς.
Την ίδια στιγμή το 60% των Γερμανών πολιτών θέλουν την Ελλάδα έξω απ' το ευρώ, ποσοστό το οποίο μεγαλώνει επικίνδυνα σε πολλές χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου παρέχοντας πολιτική νομιμοποίηση αλλά και κίνητρο στις πολιτικές τους ηγεσίες να φλερτάρουν ακόμη σοβαρότερα με αυτήν την προοπτική.
Μπορεί, λοιπόν, να ήταν στους πρώτους μήνες διακυβέρνησης Παπανδρέου που η δραχμούλα ξύπνησε και έκτοτε να χουζουρεύει αλλά θα είναι στη μετά Παπανδρέου εποχή που θα κληθεί (αν και εφόσον αυτό συμβεί) να επιστρέψει στα 'καθήκοντα΄ της προσπαθώντας να αντέξει το βάρος της κατάρρευσης της Ελλάδας. Και αν και οι ευθύνες θα βαρύνουν πάντα τον πρώην Πρωθυπουργό θα είναι οι νυν πολιτικοί ηγέτες που θα έχουν βάλει τη σφραγίδα τους στο τέλος αυτού του έργου και τη δική τους ευθύνη που θα αναζητήσουν και θα καταλογίσουν οι πολίτες.
Γι' αυτό και έχει τεράστια σημασία ό,τι λένε, ό,τι υπόσχονται και ό,τι κάνουν σήμερα. Είναι, επιτέλους, κάποιοι απ' αυτούς ρεαλιστές, υπεύθυνοι και ειλικρινείς; Μπορούν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και για πρώτη φορά να πάρουν την τύχη της χώρας στα χέρια τους έχοντας, πράγματι, προετοιμαστεί κατάλληλα για την επόμενη μέρα;
Αν είναι υπέρ της συνέχισης της 'συνεργασίας' με την Τρόικα έχουν αντιληφθεί τα άκρως προβληματικά σημεία του Μνημονίου και έχουν έτοιμες άψογα μελετημένες εναλλακτικές προτάσεις που θα μπορούσαν, όντως, να γίνουν αποδεκτές απ' την άλλη πλευρά; Αν πάλι είναι αποφασισμένοι να καταγγείλουν το Μνημόνιο έχουν προετοιμάσει με εξαιρετική προσοχή ένα πλάνο β' που να εξασφαλίζει τη διαχείριση της κρίσης χωρίς να προκληθεί ένας ξαφνικός θάνατος στην οικονομία και την κοινωνία με τρομακτικές συνέπειες κυρίως για τα φτωχότερα στρώματα;
Τελικά, οι πολιτικοί που ζητούν την ψήφο των πολιτών έχουν κάνει για μία φορά σωστά τη δουλειά τους ώστε αφού την πάρουν να εξασφαλίσουν, πράγματι, καλύτερες μέρες και όχι χειρότερες; Αν ναι, ας βγουν να το φωνάξουν, να επιχειρηματολογήσουν, να το εξηγήσουν στο λαό και να εγγυηθούν το αποτέλεσμα της πολιτικής που θα ακολουθήσουν. Αν όχι, προς Θεού ας σταματήσουν τώρα να υπόσχονται οτιδήποτε δε γνωρίζουν αν και πώς θα μπορέσουν να υλοποιήσουν ή ακόμη χειρότερα θεωρούν αδύνατο να πραγματοποιηθεί.
Η βόμβα που τους έχει αφήσει ο Γ. Παπανδρέου είναι ωρολογιακή και ο χρόνος που απομένει για την εκπυρσοκρότηση της μοιάζει να τελειώνει. Αν ξέρουν να την αφοπλίσουν ας το πουν και ας το κάνουν. Αν όχι ας μην παίζουν με τη ζωή όλων.