Το δεύτερο υψηλότερο πρόστιμο στην ιστορία της, συνολικού ύψους 1,1 δισ. ευρώ, για παραβίαση του κοινοτικού ανταγωνισμού επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις δύο μεγαλύτερες εταιρείες φυσικού αερίου στη Γαλλία και τη Γερμανία, διότι είχαν συμφωνήσει να μην ανταγωνίζεται η μία την άλλη στην «εθνική» της αγορά. Οπως δήλωσε η αρμόδια Ευρωπαία επίτροπος για τον ανταγωνισμό Νίλι Κρους, «οι δύο εταιρείες, η γερμανική E.On και η γαλλική Gaz de France Suez, είχαν αποφασίσει επί τριακονταετία να κατανείμουν μεταξύ τους την αγορά φυσικού αερίου, παρά το ότι αυτή είχε απελευθερωθεί από το 2000, και δεν εγκατέλειψαν το σχέδιό τους αυτό παρά μόλις το 2005». Υπό το πρίσμα αυτό δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική από την επιβολή προστίμων, τα οποία ανέρχονται σε 553 εκατομμύρια ευρώ για κάθε εταιρεία. Είναι τα πρώτα πρόστιμα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, τα οποία αφορούν τη δράση ενός καρτέλ στον κλάδο της ενέργειας. Ειδικότερα, στην ανακοίνωση της Κομισιόν αναφέρεται ότι η θυγατρική της E.On, Ruhrgas, και η GdF Suez είχαν συμφωνήσει ήδη από το 1975, όταν κατασκεύασαν από κοινού αγωγό μεταφοράς φυσικού αερίου από τη Ρωσία, να μην πωλούν η μία στην αγορά της άλλης το εισαγόμενο αέριο. Αμφότεροι οι ενεργειακοί όμιλοι ανακοίνωσαν ότι θα ασκήσουν έφεση στο ευρωπαϊκό δικαστήριο. Η Επιτροπή ξεκίνησε την έρευνα επισήμως το 2007 και αφορούσε το αγωγό Megal, ο οποίος ανήκει και στις δύο εταιρείες και λειτουργεί υπό κοινή διαχείριση. Μεταφέρει δε φυσικό αέριο διά μέσου της νότιας Γερμανίας, των γερμανο-τσεχικών και γερμανο-αυστριακών συνόρων προς Ανατολάς και διά μέσου των γαλλο-γερμανικών συνόρων προς Δυσμάς.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξηγεί ότι, όταν το 1975 η E.On και η GdF συμφώνησαν στην κατασκευή του αγωγού, με αμοιβαίες επιστολές τους δεσμεύθηκαν, η μεν πρώτη να μην πωλεί φυσικό αέριο στη Γαλλία, η δε δεύτερη να μην πωλεί φυσικό αέριο στη Γερμανία. Τότε η GdF απολάμβανε μονοπωλιακό καθεστώς στη Γαλλία, το οποίο ήρθη μόλις το 2000. Οσο για τη Ruhrgas, η γερμανική περιφέρεια την οποία προμήθευε προστατευόταν από τον ανταγωνισμό βάσει ενός συστήματος συμφωνιών με άλλες γερμανικές εταιρείες του κλάδου. Οι συμφωνίες αυτές κρίθηκαν παράνομες τον Απρίλιο του 1998, αναφέρει η Επιτροπή. Ωστόσο, όπως επισημαίνει στην ανακοίνωσή της, αμφότερες οι εταιρείες διατήρησαν τη συμφωνία κατανομής της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου, παρά το ότι από τον Αύγουστο του 2000 είχε ανοίξει στον ανταγωνισμό. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει ότι η E.On και η GDF Suez εξακολουθούσαν να ακολουθούν το πεπαλαιωμένο μοντέλο συνεργασίας τους, ενώ γνώριζαν ότι οι επιστολές του 1975 παραβίαζαν την ευρωπαϊκή νομοθεσία περί ανταγωνισμού.
Είναι αξιοσημείωτο ότι οι επαφές, τις οποίες είχαν μεταξύ τους οι δύο κολοσσοί μετά το 1999, επιβεβαιώνουν ότι συντηρείτο μία και μοναδική συμφωνία κατανομής της αγοράς, κατά παράβαση του νόμου. Η Νίλι Κρους τόνισε ότι απόρροια της συμφωνίας αυτής ήταν ότι οι καταναλωτές στερήθηκαν τον ανταγωνισμό στις τιμές και τη δυνατότητα επιλογής της εταιρείας προμήθειας φυσικού αερίου στις δύο από τις μεγαλύτερες αγορές της Ε.Ε. των 27. «Η απόφαση των προστίμων αποστέλλει ένα ηχηρό μήνυμα στον κλάδο της ενέργειας ότι η Επιτροπή δεν θα ανεχθεί καμία μορφή αθέμιτου ανταγωνισμού», τόνισε.
Από μέρους της η γαλλική GDF Suez δηλώνει ότι «διαφωνεί πλήρως με τα ευρήματα, που προήλθαν από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής». Επιπλέον, τονίζει ότι τόσο το νομοθετικό πλαίσιο όσο και οι ρυθμίσεις της περιόδου εκείνης ήταν εντελώς διαφορετικές από όσα ισχύουν σήμερα στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας. Ανάλογες επισημάνσεις διατύπωσαν και οι εκπρόσωποι της γερμανικής Ε.Οn Ruhrgas, προσθέτοντας ότι η διμερής συμφωνία με τους Γάλλους καθίστατο αναγκαία για την προστασία της επένδυσης στον αγωγό, ότι δεν εφαρμόστηκε ποτέ και ότι επισήμως αποσύρθηκε το 2004.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyagor_1_09/07/2009_321441