Αν και όταν έρθει η Αριστερά στην εξουσία,
θα διαπιστώσει ότι πράγματι λεφτά δεν υπάρχουν
Ο δρ Ματίας Μακόφσκι ανέλαβε πριν από ένα μήνα γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Γκαίτε στην Αθήνα και των Ινστιτούτων Γκαίτε της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αυτό μου δίνει το έναυσμα να τον ρωτήσω μήπως τελικά αυτή είναι η θέση της Ελλάδας: στα Βαλκάνια και όχι στην Ευρωζώνη. «Αυτή είναι μία έξυπνη ερώτηση» λέει ο δρ Μακόφσκι, μάλλον για να κερδίσει χρόνο και να διαλέξει προσεκτικά τα λόγια του παρά επειδή το πιστεύει. «Πάντως ανήκει και η Τουρκία στη δικαιοδοσία του» σπεύδει να διευκρινίσει η Ουλρίκε Ντρίσνα, διευθύντρια του Γλωσσικού Τμήματος του Γκαίτε στην Αθήνα, η οποία έζησε στη Θεσσαλονίκη και ήταν μαθήτρια της Γερμανικής Σχολής στη συμπρωτεύουσα από το 1971 ώς το 1978.
Είναι η πρώτη φορά που ο δρ Μακόφσκι έρχεται στην Αθήνα και τον ρωτάω αν του φαίνεται μια ευρωπαϊκή πόλη. «Η Ευρώπη είναι μια ιδέα. Μια κοινωνία αλληλεγγύης με δημοκρατικές δομές και πιστεύω που δεν έχουν να κάνουν μόνο με το ευρώ ή τις αναταράξεις στις αγορές» μου απαντάει. «Αυτή τη στιγμή έχει σημάνει η ώρα των υπεραπλουστεύσεων. Επιχειρείται η ερμηνεία της Ευρώπης αποκλειστικά με οικονομικούς όρους. Και αυτό είναι τεράστιο λάθος. Με ρωτήσατε αν η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη. Από οικονομικής απόψεως μπορώ να σκεφτώ επιχειρήματα που επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στην Ευρωζώνη. Για μένα όμως η Ευρώπη είναι μία πολύ ευρύτερη έννοια», επισημαίνει.
«Τι πιστεύετε ότι θα γίνει αν κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις εκλογές; Θα διαρραγεί ο διάλογος με την Ευρώπη και τη Γερμανία ειδικότερα;» τους ρωτάω. «Αυτό εξαρτάται από το κατά πόσον θα τηρήσει τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τις δανειακές συμβάσεις» απαντά αυθόρμητα ο δρ Μακόφσκι, ο οποίος θεωρεί θετική την κατάρρευση του δικομματισμού και των δύο παρατάξεων που εναλλάσσονταν στην εξουσία, εξέλιξη που καθιστά απαραίτητη τη σύναψη διακομματικών συμμαχιών. «Υπάρχουν άνθρωποι στη Γερμανία που θυσιάζουν ένα κομμάτι της ευημερίας τους για το καλό της Ευρώπης. Αυτήν την υπομονή πρέπει και οι αποδέκτες της βοήθειας να τη λάβουν υπόψη τους», υπογραμμίζει. «Πιστεύω ότι τελικά θα επικρατήσει η Ρεαλπολιτίκ, ο πραγματισμός, είναι όμως μια απόφαση που θα έρθει μετά τις εκλογές», εκτιμά. Εχουν ενημερωθεί αμφότεροι για τις τελευταίες δημοσκοπήσεις της «Κ», δύο εβδομάδες πριν από τη σημερινή αναμέτρηση που εμφάνιζε τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα. Και στους δύο έχουν κάνει εντύπωση οι προεκλογικές εξαγγελίες (καταγγελία του Μνημονίου, αποκατάσταση των συντάξεων στα επίπεδα προ κρίσης, κ.λπ.). «Ποια είναι η επαφή με την πραγματικότητα;», αναρωτιέται ρητορικά η κυρία Ντρίσνα. «Αν και όταν έρθει η Αριστερά στην εξουσία θα διαπιστώσει ότι πράγματι λεφτά ΔΕΝ υπάρχουν» απαντά μόνη της. «Υπάρχει ένα ανέκδοτο που ταιριάζει γάντι στην περίσταση» λέει ο δρ Μακόφσκι, και συνεχίζει: «Ενας Ελληνας πεθαίνει και πάει στον ουρανό, όπου τον περιμένει ο Αγιος Πέτρος. Του λέει ότι μπορεί να ρίξει μια ματιά στον Παράδεισο και την Κόλαση για να διαλέξει. Πάει στην Κόλαση, έχει μεν ζέστη αλλά όλοι είναι φιλικοί, καπνίζουν, πίνουν. Στον Παράδεισο είναι καλύτερο το κλίμα, αλλά όλα είναι ήσυχα και λίγο βαρετά. Αποφασίζει λοιπόν υπέρ της Κόλασης. Του ανοίγει την πόρτα ο Αγιος Πέτρος και έχει τρομαχτική ζέστη, φωτιές ανάβουν, διαβολάκια πηδούν εδώ και εκεί και εκείνος παραπονιέται: Μα ήταν εντελώς διαφορετικά προηγουμένως. Ναι, του λέει ο Πέτρος, αυτή ήταν η προεκλογική εκστρατεία!».
Η απόγνωση των νέων
«Ποιο είναι το σχόλιό σας για την άνοδο της Χρυσής Αυγής; Πιστεύετε ότι μερικά μαθήματα γερμανικής ιστορίας θα μπορούσαν να αποτρέψουν την είσοδο του κόμματος στη Βουλή;» ρωτάω τον δρα Μακόφσκι. «Οχι. Και στη Γερμανία κυριαρχούν ακροδεξιές οργανώσεις σε ορισμένες περιοχές παρά τη διδακτική ύλη στα σχολεία. Αν αναλογιστείτε πόσο συστηματικές προσπάθειες έχουμε καταβάλει στον τομέα ενημέρωσης των νέων ανθρώπων, αυτό σημαίνει ότι κάπου βρίσκουν πρόσφορο έδαφος αυτές οι ιδέες. Πρέπει να εμποδίσουμε τη δημιουργία των συνθηκών που επιτρέπουν τη γιγάντωση του φαινομένου. Ξέρουμε ποιες ήταν οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις στη δεκαετία του '30 για την εμφάνιση του Χίτλερ. Ειδικά η απόγνωση των βίαιων νέων ανδρών. Γνωρίζουμε ποιοι μηχανισμοί οδηγούν σε αυτά τα φαινόμενα, το ζούμε άλλωστε και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Πρέπει λοιπόν να κάνουμε τα πάντα για να εξαλείψουμε την απόγνωση».
Στο ζήτημα της συνταγματικής ή νομοθετικής απαγόρευσης της Χρυσής Αυγής ο δρ Μακόφσκι εμφανίζεται διστακτικός: «Και στη Γερμανία είμαστε πολύ προσεκτικοί στο θέμα απαγόρευσης κομμάτων. Συζητάμε και στη χώρα μας το ίδιο θέμα, ειδικά μετά τα εγκλήματα που διεπράχθησαν από ακροδεξιούς κύκλους, αν θα έπρεπε δηλαδή να τεθεί εκτός νόμου το νεοναζιστικό κόμμα NPD. Tο έχουμε επιχειρήσει ξανά στο παρελθόν και διαπιστώσαμε ότι δεν είναι καθόλου απλό. Δενν θα ήθελα λοιπόν να δώσω κάποια συμβουλή στην Ελλάδα. Ενα πολιτικό φαινόμενο πρέπει να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Η απαγόρευση είναι η ύστατη λύση» λέει ο δρ Μακόφσκι. Η κ. Ντρίσνα υπενθυμίζει ότι οι Ελληνες δεν αρέσκονται στις απαγορεύσεις. Αυτό που την τρομοκράτησε είναι τα υψηλά ποσοστά της Χρυσής Αυγής και η πιστή αντιγραφή συμβόλων και ιδεών από τον εθνικοσοσιαλισμό, κάτι όμως που δεν αποτρέπει τους ψηφοφόρους. «Οταν έμαθα ότι το κόμμα απέσπασε πολλές ψήφους στο Δίστομο και τα Καλάβρυτα αναρωτήθηκα: «μα τι κόσμος είναι αυτός;»» λέει, αλλά τονίζει ότι οι απαγορεύσεις είναι πάντοτε αναποτελεσματικές.
Πρέπει να αντιμετωπίσουμε από κοινού την άνοδο της ακροδεξιάς
Ο γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Γκαίτε στην Αθήνα εντάσσει την άνοδο της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα στην ευρύτερη πολιτική «νόμου και τάξης», που γνωρίζει έξαρση σε ολόκληρη την Ευρώπη ακόμη και από κόμματα που δεν έχουν ακροδεξιά ιδεολογία: «Δεν θέλω να σχετικοποιήσω τη σημασία της εξέλιξης, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν πρόκειται για μία ελληνική εφεύρεση, αλλά για ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Οχι μόνο μέσα από την εμφάνιση ακροδεξιών κομμάτων, αλλά και από την έξαρση της ξενοφοβίας, στη Φινλανδία, την Ολλανδία, τη Σουηδία όπου παίρνει σάρκα και οστά μία πολιτική «νόμου και τάξης». Το ίδιο συμβαίνει και στη Γαλλία με την ενίσχυση της Μαρίν Λεπέν. Στην ανατολική Γερμανία παρατηρούνται αντίστοιχες τάσεις στο εκλογικό σώμα και υπάρχουν ακροδεξιοί βουλευτές σε τοπικά Κοινοβούλια. Σε περιόδους κρίσης, τέτοιου είδους συμπτώματα διευρύνονται. Γι' αυτό μας ενδιαφέρει να αντιμετωπίσουμε από κοινού τις συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη τέτοιων φαινομένων» λέει ο δρ Μακόφσκι.
«Μπορείτε λοιπόν να κατανοήσετε την οργή των Ελλήνων που αντιμετωπίζονται από τη Γερμανία πάντα με οικονομικούς και όχι πολιτισμικούς όρους;» τον ρωτάω. «Ναι, την καταλαβαίνω και θα περίμενα από τη γερμανική πλευρά περισσότερες εξηγήσεις», ειδικά για την επιμονή του Βερολίνου με τη δημοσιονομική πειθαρχία, επισημαίνει και συνεχίζει: «Πιστεύω ότι τα γερμανικά ΜΜΕ εξυπηρέτησαν με ευαρέσκεια συγκεκριμένα στερεότυπα. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και εδώ, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στο σημείο της σχηματοποίησης μεταξύ «χρεοκοπημένων Ελλήνων» και της σβάστικας» λέει. «Είμαστε 60 χρόνια στην Ελλάδα, το Γκαίτε της Αθήνας ήταν το πρώτο που ιδρύθηκε στο εξωτερικό μεταπολεμικά και το δεύτερο στη Θεσσαλονίκη. Εγώ είμαι μόλις πενήντα ετών και στη διάρκεια αυτής της περιόδου ζήσαμε καλές και κακές φάσεις. Αυτή τη στιγμή βιώνουμε ίσως τη δυσκολότερη στιγμή στις ελληνογερμανικές σχέσεις. Δεν ήμουν εδώ στη διάρκεια της δικτατορίας βέβαια, αλλά...».
Εφόδιο τα Γερμανικά
Η κ. Ντρίσνα σπεύδει να επισημάνει ότι τότε το Γκαίτε ήταν μια μικρή όαση δημοκρατίας στη δικτατορική Ελλάδα. Πάντως, η σχέση των Ελλήνων ειδικά προς το Ινστιτούτο Γκαίτε δεν έχει επηρεαστεί αρνητικά από τις εξελίξεις. «Εξακολουθούμε να απολαμβάνουμε της εμπιστοσύνης τους» διευκρινίζει ο δρ Μακόφσκι. «Ισως ακριβώς επειδή γνωρίζουν ότι στο πλαίσιο ενός κοινού διαλόγου ανέκαθεν προσπαθούσαμε να οικοδομήσουμε γέφυρες, παραβλέποντας τις επιμέρους δυσκολίες». Για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν είμαι ιδιαίτερα ανήσυχος, συμπληρώνει.
Τους επισημαίνω το παράδοξο πως ενώ οι σχέσεις Ελλάδας-Γερμανίας επιδεινώνονται, η ζήτηση για μαθήματα γερμανικής γλώσσας αυξάνεται. «Πιστεύω ότι οι άνθρωποι διαχωρίζουν το προσωπικό από το πολιτικό και το μιντιακό επίπεδο, που πυροδοτούν τέτοιου είδους εντάσεις» λέει η κ. Ντρίσνα, η οποία πιστεύει ότι εν μέσω κρίσης η εκμάθηση μιας ακόμη γλώσσας είναι εφόδιο για την εξεύρεση μιας θέσης εργασίας στην Ελλάδα ή τη μετοίκηση σε κάποια γερμανόφωνη χώρα, όπως η Γερμανία, η Αυστρία ή η Ελβετία. Ο δρ Μακόφσκι λέει ότι υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Ισπανίας για παράδειγμα. Στην Ισπανία το αποκλειστικό κίνητρο των σπουδαστών του Γκαίτε είναι η προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης στη Γερμανία, ενώ στην Ελλάδα η ζήτηση για μαθήματα γερμανικών ήταν πάντα μεγάλη. Το Γκαίτε της Αθήνας ήταν και είναι το μεγαλύτερο εξεταστικό κέντρο του συνολικού δικτύου Ινστιτούτων, προτού καν ξεσπάσει η κρίση. «Στη δεκαετία του '80 την παραμονή των εγγραφών δημιουργούνταν τεράστιες ουρές καθόλη τη διάρκεια της νύχτας», τόσο μεγάλη ήταν η προσέλευση μαθητών, θυμάται η κ. Ντρίσνα. «Σήμερα απέχουμε πολύ ακόμη από αυτή την εικόνα» εξηγεί.
Η ζήτηση όντως αυξήθηκε το 2011 και το 2012 αλλά μόλις κατά 30%, όπως μας λέει η κ. Ντρίσνα και υπενθυμίζει τη γνωστή στάση των Ελλήνων γονιών ««Να τελειώσουμε με τις γλώσσες (το λέει στα ελληνικά με άψογη ελληνική προφορά) και να καταπιαστούμε στη συνέχεια με σοβαρότερα πράγματα». Οσοι όμως έρχονται στο Γκαίτε γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι το Ινστιτούτο δεν προετοιμάζει τους μαθητές του για τις εξετάσεις με τόση στοχοπροσήλωση όσο τα φροντιστήρια. Θέλουν πραγματικά να μάθουν τη γλώσσα και όχι μόνο επειδή θέλουν να φύγουν από την Ελλάδα» εξηγεί, διαλύοντας μία ευρέως διαδεδομένη άποψη. «Είναι η απόδειξη ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε μεταξύ όσων συμβαίνουν σε πολιτικό επίπεδο και εκείνων που αφορούν κάθε Ελληνα πολίτη προσωπικά. Πολλά πονάνε σήμερα στην Ελλάδα, αλλά ο κόσμος εξακολουθεί να έρχεται σε μας» καταλήγει.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_1_17/06/2012_485834
θα διαπιστώσει ότι πράγματι λεφτά δεν υπάρχουν
Ο δρ Ματίας Μακόφσκι ανέλαβε πριν από ένα μήνα γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Γκαίτε στην Αθήνα και των Ινστιτούτων Γκαίτε της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αυτό μου δίνει το έναυσμα να τον ρωτήσω μήπως τελικά αυτή είναι η θέση της Ελλάδας: στα Βαλκάνια και όχι στην Ευρωζώνη. «Αυτή είναι μία έξυπνη ερώτηση» λέει ο δρ Μακόφσκι, μάλλον για να κερδίσει χρόνο και να διαλέξει προσεκτικά τα λόγια του παρά επειδή το πιστεύει. «Πάντως ανήκει και η Τουρκία στη δικαιοδοσία του» σπεύδει να διευκρινίσει η Ουλρίκε Ντρίσνα, διευθύντρια του Γλωσσικού Τμήματος του Γκαίτε στην Αθήνα, η οποία έζησε στη Θεσσαλονίκη και ήταν μαθήτρια της Γερμανικής Σχολής στη συμπρωτεύουσα από το 1971 ώς το 1978.
Είναι η πρώτη φορά που ο δρ Μακόφσκι έρχεται στην Αθήνα και τον ρωτάω αν του φαίνεται μια ευρωπαϊκή πόλη. «Η Ευρώπη είναι μια ιδέα. Μια κοινωνία αλληλεγγύης με δημοκρατικές δομές και πιστεύω που δεν έχουν να κάνουν μόνο με το ευρώ ή τις αναταράξεις στις αγορές» μου απαντάει. «Αυτή τη στιγμή έχει σημάνει η ώρα των υπεραπλουστεύσεων. Επιχειρείται η ερμηνεία της Ευρώπης αποκλειστικά με οικονομικούς όρους. Και αυτό είναι τεράστιο λάθος. Με ρωτήσατε αν η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη. Από οικονομικής απόψεως μπορώ να σκεφτώ επιχειρήματα που επιβεβαιώνουν ότι η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να συγκαταλέγεται στην Ευρωζώνη. Για μένα όμως η Ευρώπη είναι μία πολύ ευρύτερη έννοια», επισημαίνει.
«Τι πιστεύετε ότι θα γίνει αν κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις εκλογές; Θα διαρραγεί ο διάλογος με την Ευρώπη και τη Γερμανία ειδικότερα;» τους ρωτάω. «Αυτό εξαρτάται από το κατά πόσον θα τηρήσει τις δεσμεύσεις που απορρέουν από τις δανειακές συμβάσεις» απαντά αυθόρμητα ο δρ Μακόφσκι, ο οποίος θεωρεί θετική την κατάρρευση του δικομματισμού και των δύο παρατάξεων που εναλλάσσονταν στην εξουσία, εξέλιξη που καθιστά απαραίτητη τη σύναψη διακομματικών συμμαχιών. «Υπάρχουν άνθρωποι στη Γερμανία που θυσιάζουν ένα κομμάτι της ευημερίας τους για το καλό της Ευρώπης. Αυτήν την υπομονή πρέπει και οι αποδέκτες της βοήθειας να τη λάβουν υπόψη τους», υπογραμμίζει. «Πιστεύω ότι τελικά θα επικρατήσει η Ρεαλπολιτίκ, ο πραγματισμός, είναι όμως μια απόφαση που θα έρθει μετά τις εκλογές», εκτιμά. Εχουν ενημερωθεί αμφότεροι για τις τελευταίες δημοσκοπήσεις της «Κ», δύο εβδομάδες πριν από τη σημερινή αναμέτρηση που εμφάνιζε τον ΣΥΡΙΖΑ πρώτο κόμμα. Και στους δύο έχουν κάνει εντύπωση οι προεκλογικές εξαγγελίες (καταγγελία του Μνημονίου, αποκατάσταση των συντάξεων στα επίπεδα προ κρίσης, κ.λπ.). «Ποια είναι η επαφή με την πραγματικότητα;», αναρωτιέται ρητορικά η κυρία Ντρίσνα. «Αν και όταν έρθει η Αριστερά στην εξουσία θα διαπιστώσει ότι πράγματι λεφτά ΔΕΝ υπάρχουν» απαντά μόνη της. «Υπάρχει ένα ανέκδοτο που ταιριάζει γάντι στην περίσταση» λέει ο δρ Μακόφσκι, και συνεχίζει: «Ενας Ελληνας πεθαίνει και πάει στον ουρανό, όπου τον περιμένει ο Αγιος Πέτρος. Του λέει ότι μπορεί να ρίξει μια ματιά στον Παράδεισο και την Κόλαση για να διαλέξει. Πάει στην Κόλαση, έχει μεν ζέστη αλλά όλοι είναι φιλικοί, καπνίζουν, πίνουν. Στον Παράδεισο είναι καλύτερο το κλίμα, αλλά όλα είναι ήσυχα και λίγο βαρετά. Αποφασίζει λοιπόν υπέρ της Κόλασης. Του ανοίγει την πόρτα ο Αγιος Πέτρος και έχει τρομαχτική ζέστη, φωτιές ανάβουν, διαβολάκια πηδούν εδώ και εκεί και εκείνος παραπονιέται: Μα ήταν εντελώς διαφορετικά προηγουμένως. Ναι, του λέει ο Πέτρος, αυτή ήταν η προεκλογική εκστρατεία!».
Η απόγνωση των νέων
«Ποιο είναι το σχόλιό σας για την άνοδο της Χρυσής Αυγής; Πιστεύετε ότι μερικά μαθήματα γερμανικής ιστορίας θα μπορούσαν να αποτρέψουν την είσοδο του κόμματος στη Βουλή;» ρωτάω τον δρα Μακόφσκι. «Οχι. Και στη Γερμανία κυριαρχούν ακροδεξιές οργανώσεις σε ορισμένες περιοχές παρά τη διδακτική ύλη στα σχολεία. Αν αναλογιστείτε πόσο συστηματικές προσπάθειες έχουμε καταβάλει στον τομέα ενημέρωσης των νέων ανθρώπων, αυτό σημαίνει ότι κάπου βρίσκουν πρόσφορο έδαφος αυτές οι ιδέες. Πρέπει να εμποδίσουμε τη δημιουργία των συνθηκών που επιτρέπουν τη γιγάντωση του φαινομένου. Ξέρουμε ποιες ήταν οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις στη δεκαετία του '30 για την εμφάνιση του Χίτλερ. Ειδικά η απόγνωση των βίαιων νέων ανδρών. Γνωρίζουμε ποιοι μηχανισμοί οδηγούν σε αυτά τα φαινόμενα, το ζούμε άλλωστε και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Πρέπει λοιπόν να κάνουμε τα πάντα για να εξαλείψουμε την απόγνωση».
Στο ζήτημα της συνταγματικής ή νομοθετικής απαγόρευσης της Χρυσής Αυγής ο δρ Μακόφσκι εμφανίζεται διστακτικός: «Και στη Γερμανία είμαστε πολύ προσεκτικοί στο θέμα απαγόρευσης κομμάτων. Συζητάμε και στη χώρα μας το ίδιο θέμα, ειδικά μετά τα εγκλήματα που διεπράχθησαν από ακροδεξιούς κύκλους, αν θα έπρεπε δηλαδή να τεθεί εκτός νόμου το νεοναζιστικό κόμμα NPD. Tο έχουμε επιχειρήσει ξανά στο παρελθόν και διαπιστώσαμε ότι δεν είναι καθόλου απλό. Δενν θα ήθελα λοιπόν να δώσω κάποια συμβουλή στην Ελλάδα. Ενα πολιτικό φαινόμενο πρέπει να αντιμετωπιστεί πολιτικά. Η απαγόρευση είναι η ύστατη λύση» λέει ο δρ Μακόφσκι. Η κ. Ντρίσνα υπενθυμίζει ότι οι Ελληνες δεν αρέσκονται στις απαγορεύσεις. Αυτό που την τρομοκράτησε είναι τα υψηλά ποσοστά της Χρυσής Αυγής και η πιστή αντιγραφή συμβόλων και ιδεών από τον εθνικοσοσιαλισμό, κάτι όμως που δεν αποτρέπει τους ψηφοφόρους. «Οταν έμαθα ότι το κόμμα απέσπασε πολλές ψήφους στο Δίστομο και τα Καλάβρυτα αναρωτήθηκα: «μα τι κόσμος είναι αυτός;»» λέει, αλλά τονίζει ότι οι απαγορεύσεις είναι πάντοτε αναποτελεσματικές.
Πρέπει να αντιμετωπίσουμε από κοινού την άνοδο της ακροδεξιάς
Ο γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Γκαίτε στην Αθήνα εντάσσει την άνοδο της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα στην ευρύτερη πολιτική «νόμου και τάξης», που γνωρίζει έξαρση σε ολόκληρη την Ευρώπη ακόμη και από κόμματα που δεν έχουν ακροδεξιά ιδεολογία: «Δεν θέλω να σχετικοποιήσω τη σημασία της εξέλιξης, αλλά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δεν πρόκειται για μία ελληνική εφεύρεση, αλλά για ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Οχι μόνο μέσα από την εμφάνιση ακροδεξιών κομμάτων, αλλά και από την έξαρση της ξενοφοβίας, στη Φινλανδία, την Ολλανδία, τη Σουηδία όπου παίρνει σάρκα και οστά μία πολιτική «νόμου και τάξης». Το ίδιο συμβαίνει και στη Γαλλία με την ενίσχυση της Μαρίν Λεπέν. Στην ανατολική Γερμανία παρατηρούνται αντίστοιχες τάσεις στο εκλογικό σώμα και υπάρχουν ακροδεξιοί βουλευτές σε τοπικά Κοινοβούλια. Σε περιόδους κρίσης, τέτοιου είδους συμπτώματα διευρύνονται. Γι' αυτό μας ενδιαφέρει να αντιμετωπίσουμε από κοινού τις συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη τέτοιων φαινομένων» λέει ο δρ Μακόφσκι.
«Μπορείτε λοιπόν να κατανοήσετε την οργή των Ελλήνων που αντιμετωπίζονται από τη Γερμανία πάντα με οικονομικούς και όχι πολιτισμικούς όρους;» τον ρωτάω. «Ναι, την καταλαβαίνω και θα περίμενα από τη γερμανική πλευρά περισσότερες εξηγήσεις», ειδικά για την επιμονή του Βερολίνου με τη δημοσιονομική πειθαρχία, επισημαίνει και συνεχίζει: «Πιστεύω ότι τα γερμανικά ΜΜΕ εξυπηρέτησαν με ευαρέσκεια συγκεκριμένα στερεότυπα. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και εδώ, με αποτέλεσμα να φτάσουμε στο σημείο της σχηματοποίησης μεταξύ «χρεοκοπημένων Ελλήνων» και της σβάστικας» λέει. «Είμαστε 60 χρόνια στην Ελλάδα, το Γκαίτε της Αθήνας ήταν το πρώτο που ιδρύθηκε στο εξωτερικό μεταπολεμικά και το δεύτερο στη Θεσσαλονίκη. Εγώ είμαι μόλις πενήντα ετών και στη διάρκεια αυτής της περιόδου ζήσαμε καλές και κακές φάσεις. Αυτή τη στιγμή βιώνουμε ίσως τη δυσκολότερη στιγμή στις ελληνογερμανικές σχέσεις. Δεν ήμουν εδώ στη διάρκεια της δικτατορίας βέβαια, αλλά...».
Εφόδιο τα Γερμανικά
Η κ. Ντρίσνα σπεύδει να επισημάνει ότι τότε το Γκαίτε ήταν μια μικρή όαση δημοκρατίας στη δικτατορική Ελλάδα. Πάντως, η σχέση των Ελλήνων ειδικά προς το Ινστιτούτο Γκαίτε δεν έχει επηρεαστεί αρνητικά από τις εξελίξεις. «Εξακολουθούμε να απολαμβάνουμε της εμπιστοσύνης τους» διευκρινίζει ο δρ Μακόφσκι. «Ισως ακριβώς επειδή γνωρίζουν ότι στο πλαίσιο ενός κοινού διαλόγου ανέκαθεν προσπαθούσαμε να οικοδομήσουμε γέφυρες, παραβλέποντας τις επιμέρους δυσκολίες». Για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν είμαι ιδιαίτερα ανήσυχος, συμπληρώνει.
Τους επισημαίνω το παράδοξο πως ενώ οι σχέσεις Ελλάδας-Γερμανίας επιδεινώνονται, η ζήτηση για μαθήματα γερμανικής γλώσσας αυξάνεται. «Πιστεύω ότι οι άνθρωποι διαχωρίζουν το προσωπικό από το πολιτικό και το μιντιακό επίπεδο, που πυροδοτούν τέτοιου είδους εντάσεις» λέει η κ. Ντρίσνα, η οποία πιστεύει ότι εν μέσω κρίσης η εκμάθηση μιας ακόμη γλώσσας είναι εφόδιο για την εξεύρεση μιας θέσης εργασίας στην Ελλάδα ή τη μετοίκηση σε κάποια γερμανόφωνη χώρα, όπως η Γερμανία, η Αυστρία ή η Ελβετία. Ο δρ Μακόφσκι λέει ότι υπάρχει όμως μια μεγάλη διαφορά μεταξύ Ελλάδας και Ισπανίας για παράδειγμα. Στην Ισπανία το αποκλειστικό κίνητρο των σπουδαστών του Γκαίτε είναι η προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης στη Γερμανία, ενώ στην Ελλάδα η ζήτηση για μαθήματα γερμανικών ήταν πάντα μεγάλη. Το Γκαίτε της Αθήνας ήταν και είναι το μεγαλύτερο εξεταστικό κέντρο του συνολικού δικτύου Ινστιτούτων, προτού καν ξεσπάσει η κρίση. «Στη δεκαετία του '80 την παραμονή των εγγραφών δημιουργούνταν τεράστιες ουρές καθόλη τη διάρκεια της νύχτας», τόσο μεγάλη ήταν η προσέλευση μαθητών, θυμάται η κ. Ντρίσνα. «Σήμερα απέχουμε πολύ ακόμη από αυτή την εικόνα» εξηγεί.
Η ζήτηση όντως αυξήθηκε το 2011 και το 2012 αλλά μόλις κατά 30%, όπως μας λέει η κ. Ντρίσνα και υπενθυμίζει τη γνωστή στάση των Ελλήνων γονιών ««Να τελειώσουμε με τις γλώσσες (το λέει στα ελληνικά με άψογη ελληνική προφορά) και να καταπιαστούμε στη συνέχεια με σοβαρότερα πράγματα». Οσοι όμως έρχονται στο Γκαίτε γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι το Ινστιτούτο δεν προετοιμάζει τους μαθητές του για τις εξετάσεις με τόση στοχοπροσήλωση όσο τα φροντιστήρια. Θέλουν πραγματικά να μάθουν τη γλώσσα και όχι μόνο επειδή θέλουν να φύγουν από την Ελλάδα» εξηγεί, διαλύοντας μία ευρέως διαδεδομένη άποψη. «Είναι η απόδειξη ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε μεταξύ όσων συμβαίνουν σε πολιτικό επίπεδο και εκείνων που αφορούν κάθε Ελληνα πολίτη προσωπικά. Πολλά πονάνε σήμερα στην Ελλάδα, αλλά ο κόσμος εξακολουθεί να έρχεται σε μας» καταλήγει.
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_1_17/06/2012_485834
No comments:
Post a Comment